Ραγοειδίτιδα: Η 5η αιτία τύφλωσης στο δυτικό κόσμο

Facebooktwitterpinterest

Με τον όρο ραγοειδίτιδα οι ειδικοί αναφέρονται σε μία ομάδα ασθενειών που χαρακτηρίζονται από φλεγμονή του ραγοειδούς χιτώνα, δηλαδή του μεσαίου στρώματος του οφθαλμού. Η φλεγμονή αυτή αν δεν θεραπευτεί μπορεί να οδηγήσει σε μειωμένη όραση ή απώλεια της όρασης, αποτελεί δε την πέμπτη αιτία τύφλωσης στον ανεπτυγμένο κόσμο.

Πιθανότατα τα περιστατικά ραγοειδίτιδας που οδηγούν σε τύφλωση είναι πολύ περισσότερα απ’ όσα αναφέρονται στη βιβλιογραφία καθώς πολλοί άνθρωποι τελικά χάνουν την όρασή τους από νόσους που εκδηλώνονται όταν η ραγοειδίτιδα μείνει χωρίς θεραπεία, τόνισαν σε σχετική συνέντευξη τύπου οι ειδικοί.

Οι ραγοειδίτιδες αποτελούν μια ετερογενή ομάδα σπάνιων νοσημάτων, που προσβάλλουν κυρίως τις ηλικιακές ομάδες που αποτελούν τον ενεργό πληθυσμό, μεταξύ 20 και 60 ετών” εξήγησε ο κ. Νικόλαος Μαρκομιχελάκης, Οφθαλμίατρος, Επιστημονικός Υπεύθυνος Ινστιτούτου Οφθαλμικής Φλεγμονής και Παθολογίας Οφθαλμού. “Σύμφωνα με την εμπειρία μου, η αιτιολογία των ραγοειδιτίδων είναι αντίστοιχη με αυτή που αναφέρεται και στον υπόλοιπο κόσμο, όπως και οι κλινικές εκδηλώσεις τους, δηλαδή πόνος, φωτοφοβία, ερυθρότητα, θόλωση όραση και μυοψίες (μυγάκια)” συνέχισε.

Στις ευρωπαϊκές χώρες η ραγοειδίτιδα αφορά περίπου 7 άτομα ανά 10.000, ενώ το αντίστοιχο νούμερο για τις ΗΠΑ είναι 20 άτομα ανά 10.000. Στη χώρα μας υπολογίζεται πως κάθε χρόνο υπάρχουν περίπου 4.000 νέες περιπτώσεις ραγοειδίτιδας.

Η διάγνωση και οι θεραπευτικές επιλογές για τη ραγοειδίτιδα
Η διάγνωση της ραγοειδίτιδας, γίνεται με συνδυασμό κλινικής εξέτασης και εργαστηριακών ευρημάτων (απεικονιστικών και άλλων μεθόδων). Επειδή έως και στο 25% των περιπτώσεων η αιτία είναι κάποια λοίμωξη, το πρώτο που πρέπει αρχικά να διευκρινιστεί είναι αν η ραγοειδίτιδα είναι λοιμώδης ή όχι. Είναι σημαντικό να επισημανθεί πως, παρά το γεγονός ότι για πολλές περιπτώσεις η αιτία παραμένει άγνωστη, ο ασθενής θα πρέπει να λαμβάνει την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή. Η έγκαιρη διάγνωση και θεραπεία συμβάλουν καταλυτικά στη διατήρηση και βελτίωση της όρασης του ασθενούς.

“Η πρώτη επιλογή των οφθαλμιάτρων, όσον αφορά τη θεραπευτική αντιμετώπιση της νόσου, είναι η κορτιζόνη, είτε σε τοπική μορφή είτε σε από του στόματος ή ενδοφλέβια μορφή” εξηγεί η κα. Σοφία Ανδρούδη, Επίκουρος Καθηγήτρια Οφθαλμολογίας Πανεπιστημίου Θεσσαλίας & Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Μελέτης Οφθαλμικών Φλεγμονών & Λοιμώξεων (ΕΕΜΟΦΛ). “Όμως, λόγω των πολλών παρενεργειών, η αγωγή με κορτικοστεροειδή δεν μπορεί να συνεχίζεται για πολύ μεσοπρόθεσμα ή μακροπρόθεσμα. Επιπλέον, μερικοί ασθενείς δεν ανταποκρίνονται στην κορτιζόνη και χρειάζονται άλλη θεραπεία. Χρησιμοποιούνται τα τελευταία χρόνια μια σειρά ανοσοτροποποιητικών φαρμάκων που χορηγούνται από του στόματος. Ωστόσο, αν και είναι αποτελεσματικά σε ένα ποσοστό των ασθενών, άλλοι ασθενείς εμφανίζουν μη ικανοποιητική ανταπόκριση και επιπλέον η δράση τους μπορεί να αργήσει να εμφανιστεί. Η πιο πρόσφατη ομάδα θεραπειών που χρησιμοποιείται για τη θεραπεία των ραγοειδιτίδων είναι οι βιολογικοί παράγοντες που χορηγούνται σε ενέσιμη μορφή. Πρόσφατα έγινε διαθέσιμη η πρώτη εγκεκριμένη θεραπεία με adalimumab (ανταλιμουμάμπη) για μορφές της ραγοειδίτιδας που δεν οφείλονται σε λοιμώξεις και δεν εντοπίζονται στο πρόσθιο μέρος. Οι δυο σχετικές μελέτες για την αποτελεσματικότητά της που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα έδειξαν ότι οι ασθενείς που έλαβαν ανταλιμουμάμπη είχαν μείωση του κινδύνου αποτυχίας της θεραπείας, είτε βρίσκονταν σε έξαρση λόγω μη ανταπόκρισης στα κορτικοστεροειδή είτε ήταν σε ύφεση και έπρεπε να διακόψουν σταδιακά τα κορτικοστεροειδή. Επίσης, και οι δύο μελέτες έδειξαν ότι οι ασθενείς αυτοί είχαν περισσότερες πιθανότητες να διατηρήσουν την οπτική οξύτητα κατά την διάρκεια της παρακολούθησής τους”.

Mία ακόμη ένδειξη για το adalimumab
Ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Φαρμάκων ανακοίνωσε πρόσφατα την έγκριση νέας ένδειξης του βιολογικού παράγοντα adalimumab της βιοφαρμακευτικής εταιρείας AbbVie για τη θεραπεία ορισμένων μορφών μη λοιμώδους ραγοειδίτιδας. Το adalimumab στοχεύει και βοηθά στη δέσμευση του παράγοντα TNF-α, μιας συγκεκριμένης αιτίας  φλεγμονής, που μπορεί να παίζει ρόλο στη ραγοειδίτιδα. Η απόφαση αυτή αποτελεί σημαντική εξέλιξη στη διαχείριση της νόσου, καθώς το adalimumab είναι πλέον η πρώτη και μοναδική εγκεκριμένη βιολογική θεραπεία για τη μη λοιμώδη ενδιάμεση ραγοειδίτιδα, οπίσθια ραγοειδίτιδα και πανραγοειδίτιδα σε ενήλικες ασθενείς με ανεπαρκή ανταπόκριση στην κορτιζόνη, σε ασθενείς για τους οποίους απαιτείται σταδιακή μείωσή της, καθώς και σε ασθενείς που αντενδείκνυται η θεραπεία με κορτιζόνη.

Το adalimumab της AbbVie με 18 χρόνια κλινικής εμπειρίας, χορηγείται αυτή τη στιγμή για τη θεραπεία 13 διαφορετικών νοσημάτων σε περισσότερους από 1.000.000 ασθενείς διεθνώς.

http://www.capital.gr

Facebooktwitterpinterest

Στείλτε τις απορίες σας

Στείλτε τις απορίες σας στο Γιατρό - Συγγραφέα του παραπάνω άρθρου
  • This field is for validation purposes and should be left unchanged.