Βιταμίνες: Μύθοι & Πραγματικότητα

Facebooktwitterpinterest

Πολύς λόγος γίνεται κάθε τόσο για τη σημασία και αξία των βιταμινών στη διατήρηση και ενίσχυση της υγείας μας. Ακούγονται απόψεις που πολλές φορές φθάνουν ή και ξεπερνούν τα όρια της υπερβολής. Βλέπουμε στη τηλεόραση διαφημίσεις, που λίγο πολύ τους δίνουν μαγικές ιδιότητες και τις συστήνουν σαν λύση για κάθε μας πρόβλημα. Άλλοτε πάλι ακούγονται τελείως αντίθετες απόψεις, που υποτιμούν ή και απαξιώνουν τη βιολογική τους αξία. Ας δώσουμε λοιπόν μια σφαιρική και αντικειμενική διάσταση στο θέμα, με βάση τα τελευταία επιστημονικά δεδομένα.

Οι βιταμίνες είναι οργανικές ενώσεις που λαμβάνονται με την τροφή σε πολύ μικρές ποσότητες, από 0,00002% έως 0,005% του συνόλου των τροφών που παίρνουμε, που ωστόσο όμως είναι απαραίτητες για τη διατήρηση της ζωής, αφού ρυθμίζουν αντιδράσεις του μεταβολισμού. Εξ αιτίας της ελάχιστης ποσότητάς τους που απαιτείται από τον οργανισμό, ονομάζονται και μικροθρεπτικά συστατικά, ενώ δεν μπορούν να συντεθούν από αυτόν ή συντίθενται σε ανεπαρκείς ποσότητες, γι’ αυτό και πρέπει υποχρεωτικά να προσλαμβάνονται με την τροφή.

Η έννοια της βιταμίνης πρωτοδιατυπώθηκε από τον Ολλανδό γιατρό Κρίστιαν Άικμαν (1858 – 1930), ο οποίος ανακάλυψε ότι η νόσος μπέρι-μπέρι οφειλόταν στην αποφλοίωση του ρυζιού, η οποία του στερούσε μια ουσία, που ονόμασε ριβοφλαβίνη. Για την ανακάλυψη αυτή του απονεμήθηκε βραβείο Νόμπελ. Αυτή ήταν η πρώτη ανακαλυφθείσα βιταμίνη που αργότερα ονομάστηκε βιταμίνη Β1.

Οι βιταμίνες διαφέρουν μεταξύ τους ως προς τη δομή και τη λειτουργία τους και σε γενικές γραμμές διαχωρίζονται σε δύο κατηγορίες: στις υδατοδιαλυτές  (σύμπλεγμα βιταμινών Β, βιταμίνη C, παντοθενικό οξύ και Βιοτίνη) και στις λιποδιαλυτές (Α, D, E, K). Οι υδατοδιαλυτές βιταμίνες συμμετέχουν στο μεταβολισμό των λιπών, υδατανθράκων και λιπών καθώς και στη μεταφορά ενέργειας μέσα στα κύτταρα, ενώ οι λιποδιαλυτές αποτελούν τμήμα των βιολογικών μεμβρανών και συντελούν στη διατήρηση της δομικής και λειτουργικής ακεραιότητάς τους. Είναι απαραίτητες για ειδικές λειτουργίες του οργανισμού και σε διαφοροποιημένους – ειδικευμένους ιστούς, όπως είναι τα νεύρα, τα οστά, οι ενδοκρινείς αδένες κ.λ.π.

Η έλλειψη μιας βιταμίνης μπλοκάρει διάφορες μεταβολικές διεργασίες, γι’ αυτό και μπορεί να ανατρέψει την ισορροπία του οργανισμού, προκαλώντας την εμφάνιση ασθένειας που, σε παρατεταμένη χρονική διάρκειά της, οδηγεί στο θάνατο. Έλλειψη βιταμίνης προκαλείται, όταν λείπει από το διαιτολόγιο ή δεν απορροφάται από τον οργανισμό.

Ποιος είναι ο βιολογικός ρόλος της κάθε βιταμίνης και σε ποια τρόφιμα απαντάται;

ΒΙΤΑΜΙΝΗ Α: Βρίσκεται σε αφθονία στα ψάρια (κυρίως στο μουρουνέλαιο), στο βούτυρο και στα γαλακτοκομικά. Στα φυτά και στα λαχανικά βρίσκεται με τη μορφή προβιταμίνης, που είναι τα λεγόμενα καροτένια. Το κίτρινο χρώμα των καρότων οφείλεται στα καροτένια, τα οποία μέσα στον οργανισμό μετατρέπονται σε βιταμίνη Α. Η βιταμίνη Α είναι απαραίτητη για την καλή λειτουργία της όρασης (κυρίως τη νυχτερινή), για το σχηματισμό των ορμονών της αναπαραγωγής και για τη καλή λειτουργία των βλεννογόνων. Η ποσότητα που προσλαμβάνεται με τη καθημερινή τροφή είναι υπεραρκετή για την κάλυψη των αναγκών του οργανισμού σε βιταμίνη Α, ενώ η υπέρβαση των αναγκών αυτών δεν είναι ωφέλιμη.

ΒΙΤΑΜΙΝΗ Β1 ή Θειαμίνη: Βρίσκεται σε αφθονία στα δημητριακά ολικής άλεσης και στο χοιρινό κρέας. Ο βιολογικός της ρόλος είναι η συμμετοχή σε ενεργειακές μετατροπές στο κύτταρο. Είναι επίσης απαραίτητη στη λειτουργία των νευρώνων και στη σύνθεση ορισμένων νευροδιαβιβαστών. Με δυο λόγια είναι απαραίτητη στην καλή λειτουργία των νεύρων.

ΒΙΤΑΜΙΝΗ Β2 ή Ριβοφλαβίνη: Βρίσκεται κυρίως στο γάλα, στα αυγά, στα μανιτάρια, στα πράσινα φυλλώδη λαχανικά, στα δημητριακά ολικής αλέσεως και στο συκώτι. Ο κύριος βιολογικός της ρόλος είναι ο μεταβολισμός των λιπών και η απελευθέρωση ενέργειας στα κύτταρα. Έλλειψη της βιταμίνης προκαλεί φλεγμονώδεις διαταραχές στα χείλη, στους βλεννογόνους και στο δέρμα.

ΒΙΤΑΜΙΝΗ Β3 ή Νιασίνη: Βρίσκεται στο γάλα, στα αυγά, στο κρέας, στα ψάρια και στους ξηρούς καρπούς. Ο βιολογικός της ρόλος αφορά στο μεταβολισμό της ενέργειας στα κύτταρα και στη σύνθεση λιπαρών οξέων. Έλλειψή της προκαλεί τη νόσο πελλάγρα που εκδηλώνεται με διάρροια, δερματίτιδα και άνοια.

ΒΙΤΑΜΙΝΗ Β6 ή Πυριδοξίνη: Βρίσκεται στο κρέας, στα ψάρια, στα πράσινα φυλλώδη λαχανικά και στα δημητριακά ολικής άλεσης. Είναι απαραίτητη στο μεταβολισμό των πρωτεϊνών, στη σύνθεση αμινοξέων, πολλών νευροδιαβιβαστών και στη σύνθεση της αδρεναλίνης. Η έλλειψή της, μεταξύ των άλλων, προκαλεί μια ειδική αναιμία που ονομάζεται μικροκυτταρική, ενώ προκαλεί σοβαρές επιπτώσεις στα νεύρα που οδηγούν σε παραισθησίες και παράλυση.

ΒΙΤΑΜΙΝΗ Β5 ή Παντοθενικό οξύ: Βρίσκεται σε όλους τους ζωικούς ιστούς και είναι αναγκαία για το μεταβολισμό των λιπών και υδατανθράκων. Επειδή προσφέρεται σε μεγάλη επάρκεια, γι΄ αυτό και δεν παρατηρείται αβιταμίνωση Β5 στον άνθρωπο.

ΒΙΤΑΜΙΝΗ Β9 ή Φολικό ή Φυλλικό οξύ: Βρίσκεται στη μαγιά της μπύρας και στα πράσινα φυλλώδη λαχανικά. Είναι απαραίτητη για την ωρίμανση των ερυθρών αιμοσφαιρίων, γι΄ αυτό και η έλλειψή της εκδηλώνεται με αναιμία και διαταραχές στην αύξηση του σώματος στα παιδιά.

ΒΙΤΑΜΙΝΗ Β12 ή Κυανοκοβαλαμίνη: Είναι η μόνη βιταμίνη του συμπλέγματος Β, που δεν απαντάται σε φρούτα και λαχανικά. Βρίσκεται στο γάλα, τα αυγά, το συκώτι, τα ψάρια και το κρέας. Έχει σαν βασική λειτουργία τη ρύθμιση του μεταβολισμού του φολικού οξέος και τη σύνθεση της μυελίνης, ουσίας που μονώνει τους νευρώνες. Έλλειψη της βιταμίνης αυτής προκαλεί τη λεγόμενη μεγαλοβλαστική αναιμία. Τέτοια έλλειψη εμφανίζεται σε άτομα που έχουν πρόβλημα στην απορρόφησή της λόγω παθήσεων στο στομάχι, στο ήπαρ, στο έντερο ή και σε προβλήματα διατροφής (ηλικιωμένοι).

ΒΙΤΑΜΙΝΗ C ή Ασκορβικό οξύ: Είναι απαραίτητη για μια ποικιλία μεταβολικών λειτουργιών, όπως της σύνθεσης κολλαγόνου, της δομικής σταθερότητας των αιμοφόρων αγγείων, της σύνθεσης και απελευθέρωσης ορμονών στα επινεφρίδια, ενώ διατυπώθηκε η άποψη ότι παίζει σημαντικό ρόλο στη προστασία του οργανισμού από τις λοιμώξεις. Η άποψη αυτή έχει μερική επιστημονική επιβεβαίωση, αλλά όχι στο σημείο που γενικότερα πιστεύεται, ώστε να συστήνεται πρόσληψη αυξημένων ποσοτήτων βιταμίνης C με τη μορφή σκευασμάτων για κάθε λοίμωξη, κυρίως στις επιδημίες γρίπης. Βρίσκεται κυρίως στα εσπεριδοειδή και στα φρέσκα λαχανικά. Έλλειψη της βιταμίνης αυτής προκαλεί το σκορβούτο, μια πάθηση πολύ γνωστή στο παρελθόν για τους ναυτικούς. Στη σημερινή μας διατροφή και ειδικότερα στη χώρα μας, τέτοια αβιταμίνωση δεν παρατηρείται, γιατί υπάρχει υπερεπάρκεια στη διατροφή μας.

ΒΙΤΑΜΙΝΗ D: Υπάρχει στα γαλακτοκομικά κατά κύριο λόγο, στα ψάρια (ο σολωμός και ο τόνος είναι πλούσιοι στη βιταμίνη αυτή) και στα δημητριακά ολικής αλέσεως. Σχηματίζεται όμως και στο δέρμα με τη βοήθεια της υπεριώδους ακτινοβολίας του ήλιου, που μετατρέπει την προβιταμίνη 7-δεϋδροστερόλη, η οποία υπάρχει σ’ αυτό. Σε άρθρο στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό Lancet αναφέρεται ότι αρκεί η έκθεση των άνω άκρων και του προσώπου δύο με τρείς φορές την εβδομάδα για 5 λεπτά, προκειμένου να σχηματιστεί η απαραίτητη για τον οργανισμό ποσότητα βιταμίνης D. Επομένως αντιλαμβάνεται κανείς ότι για τη χώρα μας με την εξαιρετική ηλιοφάνεια περίπτωση αβιταμίνωσης D δεν υφίσταται. Η βιταμίνη αυτή είναι απαραίτητο συστατικό για την απορρόφηση και χρησιμοποίηση του ασβεστίου και του φωσφόρου. Σε συνεργασία με τις ορμόνες των παραθυρεοειδών αδένων διατηρούν τα επίπεδα του ασβεστίου στο αίμα σε φυσιολογικά όρια, αυξάνοντας την απορρόφησή του από το έντερο ή προωθώντας την απομάκρυνσή του από τα οστά και μειώνοντας την απέκκρισή του από τους νεφρούς. Γενικότερα η βιταμίνη D συμβάλλει στη καλή λειτουργία και διατήρηση της οστικής μάζας.

ΒΙΤΑΜΙΝΗ Ε ή τοκοφερόλη: Βρίσκεται στα φυτικά έλαια κυρίως του σιταριού, αλλά και πολλών άλλων φυτών. Ανακαλύφθηκε και απομονώθηκε το 1936 και κύρια βιολογική της δράση είναι η αναστολή των οξειδωτικών διαδικασιών στους ιστούς. Επειδή είναι ευρύτατα διαδεδομένη στη φύση, δεν είναι πιθανό να εμφανιστεί έλλειψή της εξ αιτίας του διαιτολογίου. Σε πειραματόζωα η υποβιταμίνωση Ε προκαλεί στείρωση, μυϊκή δυστροφία και αγγειακές διαταραχές. Για τον άνθρωπο υπάρχουν αρκετά αντικρουόμενα πειραματικά δεδομένα σχετικά με την δράση της στον ρυθμό οξειδωτικής καταστροφής των βιολογικών μεμβρανών. Έτσι, αρχικά είχε προταθεί η συστηματική χρήση της για την πρόληψη στεφανιαίας νόσου, στη συνέχεια όμως τα κλινικά δεδομένα δεν επιβεβαίωσαν πλήρως τη θεωρητική αυτή σκέψη. Σήμερα πιστεύεται ότι μπορεί να είναι ωφέλιμη σε άτομα μέσης ή και μεγάλης ηλικίας που έχουν αρκετούς παράγοντες κινδύνου για στεφανιαία νόσο (υπέρταση, σάκχαρο κ.λ.π.), καθώς και για την πρόληψη της νόσου Αλτσχάϊμερ.

ΒΙΤΑΜΙΝΗ Κ: Βρίσκεται στα πράσινα φύλλα των λαχανικών ενώ στον άνθρωπο συντίθεται σε ικανές ποσότητες από τα εντερικά βακτηρίδια που αποτελούν τη φυσιολογική μας εντερική χλωρίδα στο παχύ έντερο. Γι’ αυτό και η μόνη περίπτωση που μπορεί να παρατηρηθεί έλλειψη αυτής της βιταμίνης είναι μετά από θεραπεία με φάρμακα που αναστέλλουν την αύξηση αυτών των βακτηριδίων (χρήση αντιβιοτικών) ή επιδρούν αρνητικά στην έκκριση και ροή της χολής, η οποία είναι απαραίτητη για την απορρόφηση της βιταμίνης Κ από το έντερο. Η βιταμίνη Κ είναι απαραίτητη για τη πήξη του αίματος. Έλλειψή της προκαλεί αιμορραγική προδιάθεση στον οργανισμό.

Συμπέρασμα
Οι βιταμίνες είναι οργανικές ενώσεις, απαραίτητες για τη σωστή λειτουργία του οργανισμού, οι οποίες βρίσκονται σε αφθονία στη φύση. Ένας υγιής οργανισμός που διαιτάται φυσιολογικά, παίρνει σε επάρκεια όλες τις βιταμίνες που χρειάζεται για τη σωστή του λειτουργία. Το γάλα και τα παράγωγα του, καθώς και τα λαχανικά, δημητριακά και ψάρια, αποτελούν τις πλουσιότερες πηγές τους. Οι βιταμίνες, είναι κατά κανόνα ιδιαίτερα ευαίσθητες στη θερμοκρασία και το ηλιακό φώς, ενώ είναι βιολογικά δραστικές (δηλαδή χρήσιμες για τη λειτουργία του οργανισμού) κυρίως με τη φυσική τους μορφή, όπως δηλαδή απαντούν στη φύση. Αυτό έχει σημασία να το γνωρίζουμε, γιατί πολλές φορές οι εμπορικές τους μορφές (χάπια ή σιρόπια) δεν έχουν την ίδια απορροφητικότητα και επομένως δραστικότητα στον οργανισμό. Επομένως είναι προτιμότερο να τις παίρνουμε με την τροφή, παρά με φαρμακευτικά σκευάσματα.

Επίσης κάτι ακόμα πολύ σημαντικό που πρέπει να γνωρίζουμε, είναι ότι ο οργανισμός διαθέτει έναν ειδικό μηχανισμό αυτορρύθμισης για τη πρόσληψη και αποβολή τους, με τον οποίο διατηρεί τις ποσότητες τους σταθερές, ώστε να μην σημειωθεί υπερβιταμίνωση, που αποτελεί σοβαρότατο πρόβλημα υγείας. Επομένως, ένα διαιτολόγιο που περιλαμβάνει ποικιλία τροφών, πλούσιων σε βιταμίνες, είναι ο καλύτερος τρόπος ενίσχυσης του οργανισμού μας με τα πολύτιμα αυτά στοιχεία, που ενισχύουν και προάγουν τη καλή του λειτουργία. Αυτή είναι η σύσταση της Ευρωπαϊκής Καρδιολογικής Εταιρείας στο συνέδριο που έγινε το 2007 στη Βιέννη.

Βέβαια δεν παραλείπεται να σημειωθεί ότι χρειάζεται η ενίσχυση της διατροφής με βιταμινούχα σκευάσματα, μόνο σε περιπτώσεις που υπάρχουν προβλήματα υγείας τα οποία εμποδίζουν την απορρόφηση ή καταστρέφουν μέσα στον οργανισμό τις βιταμίνες. Για τις περιπτώσεις όμως αυτές αρμόδιοι είναι οι γιατροί.

Στην Ελλάδα λοιπόν, του άφθονου ήλιου, της ποικιλίας φρούτων και λαχανικών και των άριστων γαλακτοκομικών, χρήση σκευασμάτων βιταμινών πρέπει να είναι πάρα πολύ περιορισμένη και μόνο μετά από σύσταση γιατρών και όχι διαφημιστών…

http://www.mevgal.gr

Facebooktwitterpinterest

Στείλτε τις απορίες σας

Στείλτε τις απορίες σας στο Γιατρό - Συγγραφέα του παραπάνω άρθρου
  • This field is for validation purposes and should be left unchanged.