GH, Ανθρώπινη αυξητική ορμόνη (HGH), Σωματοτροπίνη,

Facebooktwitterpinterest

Επιστημονική ονομασία: Αυξητική ορμόνη

Πώς χρησιμοποιείται;
Η αυξητική ορμόνη δεν αποτελεί εξέταση ρουτίνας. Αρχικά παραγγέλνεται για άτομα με συμπτώματα ανώμαλης ανάπτυξης είτε ως επακόλουθη εξέταση σε μη φυσιολογικά αποτελέσματα ορμονικών εξετάσεων είτε ως επιπλέον εξέταση αξιολόγησης της υποφυσιακής λειτουργίας.

Περιοδικές μετρήσεις της αυξητικής ορμόνης μπορούν να πραγματοποιηθούν σε παιδιά που έχουν υποβληθεί σε θεραπεία με ακτινοβολία του κεντρικού νευρικού συστήματος ή σε ολική ακτινοβόληση πριν από μεταμόσχευση βλαστοκυττάρων. Κάτι τέτοιο είναι σύνηθες στην οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία, όπου η ακτινοβόληση του εγκεφάλου μπορεί να επηρεάσει τον υποθάλαμο και την υπόφυση, άρα και την ανάπτυξη.

Οι εξετάσεις της αυξητικής ορμόνης συμβάλλουν στην εξακρίβωση της περίσσειας ή μειωμένης παραγωγής της, δίνοντας στον κλινικό γιατρό πληροφορίες για τη σοβαρότητα της κατάστασης του εξεταζόμενου. Είναι, λοιπόν, αναπόσπαστο κομμάτι της απαιτούμενης διαγνωστικής διαδικασίας, ώστε να υποδείξουν τα πιθανά αίτια για τη μη φυσιολογική παραγωγή ορμονών. Η διαγνωστική διαδικασία ρουτίνας περιλαμβάνει εξέταση της διεγερτικής και της κατασταλτικής δράσης της αυξητικής ορμόνης, ώστε να εξακριβωθούν τα επίπεδά της στο χρόνο.

Οι εξετάσεις για τη διεγερτική δράση της αυξητικής ορμόνης συμβάλλουν στη διάγνωση της υπολειτουργίας της υπόφυσης. Για τη διεγερτική εξέταση, δείγμα αίματος λαμβάνεται μετά από νηστεία 10-12 ωρών. Έπειτα, υπό στενή ιατρική παρακολούθηση, χορηγείται ενδοφλέβια διάλυμα ινσουλίνης ή αργινίνης. Δείγματα αίματος λαμβάνονται ανά χρονικά διαστήματα και σε καθένα από αυτά εξετάζονται τα επίπεδα της αυξητικής για να διαπιστωθεί αν η υπόφυση διεγέρθηκε απ’ την ινσουλίνη (ή αργινίνη), ώστε να παράξει την αναμενόμενη ποσότητα αυξητικής.

Οι εξετάσεις για την κατασταλτική δράση της αυξητικής ορμόνης συμβάλλουν στη διάγνωση της υπερλειτουργίας της υπόφυσης, η οποία σε συνδυασμό με επιπρόσθετες αιματολογικές εξετάσεις και απεικονίσεις συμμετέχει στον εντοπισμό και την ταυτοποίηση όγκων της υπόφυσης. Για την κατασταλτική εξέταση, δείγμα αίματος λαμβάνεται έπειτα από νηστεία 10-12 ωρών. Στη συνέχεια, σας χορηγείται ένα πρότυπο πόσιμο διάλυμα γλυκόζης. Δείγματα αίματος λαμβάνονται ανά χρονικά διαστήματα και τα επίπεδα της αυξητικής ελέγχονται, ώστε να διαπιστωθεί αν η υπόφυση έχει επαρκώς κατασταλεί από τη δόση γλυκόζης.

Συχνά, παραγγέλονται επιπρόσθετες αιματολογικές εξετάσεις που αντικατοπτρίζουν τη λειτουργία της υπόφυσης όπως T4, TSH, κορτιζόλη, FSH, LH και τεστοστερόνη (στους άντρες). Τέτοιες αιματολογικές εξετάσεις πραγματοποιούνται πριν από την εξέταση της αυξητικής ορμόνης, ώστε να διασφαλιστεί ότι είναι φυσιολογικές ή ελεγχόμενες με φαρμακευτική αγωγή. Τα επίπεδα γλυκόζης ελέγχονται κατά τη διάρκεια της κατασταλτικής εξέτασης της αυξητικής, ώστε να ορισθούν και να διασφαλιστεί ότι το ορμονικό σύστημα του ασθενούς διεγέρθηκε από το χορηγούμενο διάλυμα γλυκόζης.

IGF-1 (ινσουλινο-εξαρτώμενος αυξητικός παράγοντας 1) συχνά μετράται κατά τη διάρκεια της εξέτασης πρόκλησης της γλυκόζης και χρησιμοποιείται από μόνο του ή σε συνδυασμό με την αυξητική ορμόνη ως εποπτικό εργαλείο. Παραγόμενος στο συκώτι, ο IGF-1 αντικατοπτρίζει την περίσσεια και/ή ανεπάρκεια της αυξητικής ορμόνης, αλλά τα επίπεδά του παραμένουν σταθερά κατά τη διάρκεια της μέρας, ώστε να τον καθιστούν χρήσιμο δείκτη των μέσων επιπέδων της αυξητικής.

Τα επίπεδα της αυξητικής και του IGF-1 συνήθως παρακολουθούνται για παρατεταμένες χρονικές περιόδους έπειτα από θεραπεία για γιγαντισμό και ακρομεγαλία, και καταγράφονται έπειτα από χειρουργική επέμβαση, φαρμακευτική αγωγή, και/ή ακτινοβόληση για όγκο της υπόφυσης.

Πότε ζητείται;
Η διεγερτική εξέταση της αυξητικής ορμόνης ζητείται, όταν το παιδί εμφανίζει συμπτώματα ανεπάρκειάς της, όπως:
• Η ταχύτητα ανάπτυξής του μειώνεται στην πρώιμη παιδική ηλικία και είναι σημαντικά πιο κοντό από τα υπόλοιπα παιδιά της ηλικίας του.
• Οι εξετάσεις για TSH αποδεικνύουν ότι το παιδί δεν είναι υποθυρεοειδικό (τα χαμηλά επίπεδα TSH μπορούν να προκαλέσουν μειωμένη ανάπτυξη).
• Ακτινογραφίες δείχνουν καθυστερημένη οστική ανάπτυξη.
• Ο γιατρός υποθέτει ότι η υπόφυση του παιδιού υπολειτουργεί.

Μόλις διαγνωσθεί η ανεπάρκεια της αυξητικής ορμόνης, ο γιατρός μπορεί να χρησιμοποιήσει τη διεγερτική εξέταση, ώστε να επιβεβαιώσει τη διάγνωση ταυτόχρονα με τον IGF-1 για παρακολούθηση της αποτελεσματικότητας της αντικατάστασης της αυξητικής ( αν συνιστάται) και καθώς το παιδί θα φτάνει στην ενηλικίωση θα κριθεί αν είναι απαραίτητη η εξακολούθηση της χορήγησης συμπληρώματος.

Τα επίπεδα της αυξητικής παρακολουθούνται επίσης σε παιδιά που έχουν υποστεί θεραπεία με ακτινοβολίες.

Η διεγερτική εξέταση ζητείται σε ενήλικες, όταν οι ασθενείς παρουσιάζουν συμπτώματα ανεπάρκειας αυξητικής ορμόνης και/ή υποθυρεοειδισμό, όπως μειωμένη οστική πυκνότητα, κούραση, δυσμενής αλλαγή στα επίπεδα λιπιδίων και μειωμένη αντοχή στην άσκηση. Επιπλέον ορμονικές εξετάσεις διενεργούνται πρωτίστως, ώστε να εξαιρεθούν άλλες παθήσεις που μπορούν να προκαλέσουν παρόμοια συμπτώματα.

Η κατασταλτική εξέταση της αυξητικής ορμόνης πραγματοποιείται όταν τα παιδιά εμφανίζουν ενδείξεις γιγαντισμού, οι ενήλικες ενδείξεις ακρομεγαλίας και/ή όταν ο γιατρός υποπτεύεται υπερθυρεοειδισμό. Η κατασταλτική εξέταση μπορεί να πραγματοποιηθεί, εφόσον πιθανολογείται η ύπαρξη ενός όγκου στην υπόφυση και να συνδυαστεί με τα επίπεδα τόσο του IGF-1 όσο και άλλων ορμονών, ώστε να καταγραφεί η αποτελεσματικότητα της θεραπείας τέτοιων παθήσεων. Η παρακολούθηση για τυχόν υποτροπή μπορεί να συνεχιστεί σε τακτά χρονικά διαστήματα για πολλά χρόνια.

Εφόσον η αυξητική ορμόνη απελευθερωθεί στον οργανισμό κατά κύματα, τα τυχαία επίπεδά της δεν είναι χρήσιμα. Υπάρχει αλληλεπικάλυψη μεταξύ των μη φυσιολογικών επιπέδων και της καθημερινής διακύμανσης. Τα επίπεδα της αυξητικής θα είναι υψηλότερα στην πρωινή αφύπνιση και θα αυξηθούν με την άσκηση και το άγχος.

Τι σημαίνει το αποτέλεσμα της εξέτασης;
Σημείωση: Για τη συγκεκριμένη ιατρική εξέταση δεν υφίσταται πρότυπο εύρος τιμών αναφοράς. Οι τιμές αναφοράς εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες, όπως η ηλικία του ασθενούς, το φύλο, το πλήθος των δειγμάτων και η αναλυτική μέθοδος, με αποτέλεσμα τα αριθμητικά αποτελέσματα της εξέτασης να αποκτούν διαφορετική έννοια σε διαφορετικά εργαστήρια. Η έκθεση αποτελεσμάτων εξέτασης θα πρέπει να περιλαμβάνει το συγκεκριμένο εύρος τιμών αναφοράς του εργαστηρίου. Τα Lab Tests Online προτείνουν τη συζήτηση των αποτελεσμάτων εξέτασης με το γιατρό. Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το εύρος τιμών αναφοράς απευθυνθείτε στο Reference Ranges και What They Mean.

Κατασταλτική εξέταση αυξητικής ορμόνης:
Αν τα επίπεδα της αυξητικής δεν κατασταλούν σημαντικά στην εξέταση, δηλαδή παραμείνουν υψηλότερα απ’ όσο θα έπρεπε, και:
• υπάρχουν συμπτώματα γιγαντισμού ή ακρομεγαλίας
• τα υπόλοιπα ορμονικά επίπεδα της υπόφυσης είναι φυσιολογικά και/ή ελεγχόμενα
• τα επίπεδα του IGF-1 είναι υψηλά
• τότε είναι πιθανό να παράγετε πολλή αυξητική, η οποία δημιουργεί επιπλοκές. Αν υπάρχουν και άλλες ορμόνες της υπόφυσης με μη φυσιολογικά επίπεδα, τότε μάλλον έχετε υπερθυρεοειδισμό. Αν μία μάζα (π.χ. ένας όζος) εμφανιστεί στην ακτινογραφία, στην αξονική ή στη μαγνητική τομογραφία, μπορεί να χαρακτηριστεί ως όγκος της υπόφυσης, αλλά πολύ σπάνια κακοήθης. Στην περίπτωση που παρακολουθείστε για προηγούμενο όγκο είναι πιθανό να πρόκειται για υποτροπή.
Διεγερτική εξέταση της αυξητικής ορμόνης:
Αν τα επίπεδα της αυξητικής δε διεγερθούν σημαντικά στην εξέταση, δηλαδή παραμείνουν χαμηλότερα απ’ όσο έπρεπε, και:
• έχετε συμπτώματα ανεπάρκειας αυξητικής
• τα υπόλοιπα ορμονικά επίπεδα της υπόφυσης είναι φυσιολογικά και/ή ελεγχόμενα
• τα επίπεδα του IGF-1 είναι χαμηλά
τότε είναι πιθανό να έχετε ανεπάρκεια αυξητικής, την οποία ο γιατρός σας μπορεί να θεραπεύσει. Αν τα επίπεδα της TSH είναι χαμηλά, τότε θα πρέπει να αντιμετωπιστεί άμεσα, εφόσον οι θυρεοειδικές ανεπάρκειες προκαλούν συμπτώματα παρόμοια με αυτά της αυξητικής ανεπάρκειας. Επίσης, μπορεί να παρουσιάζετε μια γενικότερη μειούμενη λειτουργία της υπόφυσης.

Υπάρχει κάτι επιπρόσθετο για το οποίο θα έπρεπε να ενημερωθώ;
Οι όγκοι της υπόφυσης αποτελούν την πιο κοινή αιτία περίσσειας παραγωγής αυξητικής ορμόνης, αλλά ταυτόχρονα είναι δυνατό να προκαλέσουν ελλείψεις. Η ύπαρξη ενός όγκου της υπόφυσης θα επηρεάσει όχι μόνο την παραγωγή αυξητικής αλλά και άλλων ορμονών της υπόφυσης όπως της ACTH (σύνδρομο Cushing) ή της προλακτίνης (γαλακτόρροια). Αν ο όγκος είναι σχετικά μεγάλος μπορεί να παρεμποδίσει ολόκληρη την ορμονική λειτουργία της υπόφυσης και να προκαλέσει βλάβες σε γειτονικούς ιστούς.

Παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τις εξετάσεις αυξητικής περιλαμβάνουν:
• Άγχος, άσκηση και χαμηλά επίπεδα γλυκόζης στο αίμα.
• Φάρμακα, τα οποία μπορούν να αυξήσουν τα επίπεδά της: αμφεταμίνες, αργινίνη, ντοπαμίνη, οιστρογόνα, γλυκαγόνη, ισταμίνη, ινσουλίνη, λεβαντόπα, μεθύλντοπα και νικοτινικό οξύ.
• Φάρμακα, τα οποία μπορούν να μειώσουν τα επίπεδά της: κορτικοστεροειδή και φαινοθειαζίνες.
• Ραδιενεργός έλεγχος εντός της εβδομάδας εξέτασης (με μερικές εργαστηριακές μεθόδους).
Μη φυσιολογικά επίπεδα αυξητικής ορμόνης μπορούν να ρυθμιστούν, εφόσον προσδιοριστούν τα αίτια πρόκλησης. Η συνθετική αυξητική ορμόνη χορηγείται και μετριάζει τις ανεπάρκειες στα παιδιά (στην περίπτωση ενηλίκων με ανεπάρκεια αυξητικής ορμόνης η ίδια θεραπευτική αγωγή είναι αμφισβητήσιμη). Συνδυασμοί χειρουργικής επέμβασης, φαρμακευτικής αγωγής και ακτινοβολιών μπορούν να χρησιμοποιηθούν για τη θεραπεία όγκων της υπόφυσης, οι οποίοι προκαλούν περίσσεια παραγωγής αυξητικής ορμόνης. Το σημαντικότερο σημείο είναι η ταυτοποίηση των ανωμαλιών, ώστε να αντιμετωπίζονται το συντομότερο δυνατό και με καλά αποτελέσματα. Για παράδειγμα στις περιπτώσεις γιγαντισμού και ακρομεγαλίας, οι αλλαγές στην ανάπτυξη των οστών είναι μόνιμες και αν δεν αντιμετωπιστούν η ανεπάρκεια της αυξητικής ορμόνης θα οδηγήσει το παιδί σε μόνιμο κοντό ανάστημα.

Είναι πιθανό να υπάρξουν μακροχρόνιες επιπλοκές λόγω ανωμαλιών της αυξητικής ορμόνης. Η ακρομεγαλία, για παράδειγμα, μπορεί να προκαλέσει πολύποδες στο παχύ έντερο (αυξάνοντας τον κίνδυνο για καρκίνο του κόλον), υψηλή πίεση και οπτικές ανωμαλίες. Αν ένας όγκος της υπόφυσης βλάψει τα κύτταρά της, τότε θα χρειαστεί πολλαπλή ορμονική αποκατάσταση. Επίσης, η αυξημένη οστική ανάπτυξη μπορεί να οδηγήσει σε εγκλωβισμένα νεύρα (σύνδρομο καρπιαίου σωλήνα), αρθρίτιδα και αδύναμα οστά.
http://www.labtestsonline.org/

Facebooktwitterpinterest

Στείλτε τις απορίες σας

Στείλτε τις απορίες σας στο Γιατρό - Συγγραφέα του παραπάνω άρθρου
  • This field is for validation purposes and should be left unchanged.