Καρωτιδική Νόσος

Καρωτιδική Νόσος Facebooktwitterpinterest

Με τον όρο «Καρωτιδική Νόσος» (ή νόσος των καρωτίδων)αναφερόμαστε στη στένωση ή την απόφραξη των καρωτίδων αρτηριών, η οποία συνήθως, οφείλεται στην αθηροσκλήρωση (σκλήρυνση των αρτηριών). Οι καρωτίδες αρτηρίες είναι δύο μεγάλα αιμοφόρα αγγεία σε κάθε πλευρά του λαιμού που τροφοδοτούν με αίμα (οξυγόνο και θρεπτικά συστατικά) το πρόσθιο τμήμα του εγκεφάλου που ελέγχει τη σκέψη, την ομιλία, την προσωπικότητα, την αισθητικότητα και την κινητικότητα του σώματος.

Τι είναι το ισχαιμικό επεισόδιο και ποια η σχέση του με την Καρωτιδική Νόσο;

Η εξέλιξη της καρωτιδικής νόσου μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική στένωση του αυλού ή ρήξη της αθηρωματικής πλάκας, με ταυτόχρονη απελευθέρωση θρομβωτικού υλικού. Το τελευταίο (θρομβωτικό υλικό), μπορεί να καταλήξει μέσω της ροής του αίματος στις μικρότερες αρτηρίες του εγκεφάλου και να τις αποφράξει. Σαν αποτέλεσμα αυτού. έχουμε τη μείωση ή τη διακοπή της αιματικής ροής, με άλλα λόγια, τη διακοπή της παροχής οξυγόνου, προς τον εγκέφαλο, η οποία οδηγεί σε «ασφυξία» και τελικά καταστροφή των εγκεφαλικών κυττάρων. Η παραπάνω δυσλειτουργία ονομάζεται είτε ισχαιμικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο (όταν η εγκεφαλική βλάβη είναι μόνιμη), είτε παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (όταν η διαταραχή της εγκεφαλικής λειτουργίας είναι προσωρινή).Αξίζει να σημειωθεί ότι η Νόσος των Καρωτίδων σχετίζεται περίπου με το 1/3 των εγκεφαλικών επεισοδίων. Ένα εγκεφαλικό επεισόδιο μπορεί να οφείλεται και σε άλλα αίτια όπως κολπική μαρμαρυγή (αρρυθμία της καρδιάς), αθηροσκλήρωση των μικρών αγγείων του εγκεφάλου ή ενδοκρανιακή αιμορραγία.

Ποιοι είναι οι κυριότεροι παράγοντες για την εμφάνιση της Καρωτιδικής Νόσου;

Η αθηροσκλήρωση είναι ο κυριότερος παράγοντας κινδύνου για την ανάπτυξη της καρωτιδικής νόσου. Αθηροσκλήρωση είναι η συσσώρευση στην εσωτερική επιφάνεια των αρτηριών χοληστερόλης, λίπους, ασβεστίου και άλλων μεταβολικών προϊόντων, που σταδιακά σχηματίζουν την αθηρωματική πλάκα.

Είναι συνήθως το αποτέλεσμα του καπνίσματος, της υψηλής αρτηριακής πίεσης (υπέρταση), της υψηλής χοληστερόλης (υπερχοληστερολαιμία) και της ηλικίας (>60 ετών). Η παχυσαρκία και ο διαβήτης συμβάλουν εξίσου στην εμφάνιση αθηροσκλήρωσης. Όλοι αυτοί οι παράγοντες, αυξάνουν σημαντικά τον κίνδυνο, δεν προκαλούν όμως κατ’ ανάγκη και την ασθένεια. Για παράδειγμα άτομα με έναν ή περισσότερους παράγοντες κινδύνου ενδέχεται να μην προσβληθούν, ενώ αντίθετα, άτομα χωρίς εμφανείς παράγοντες κινδύνου μπορεί να νοσήσουν. Ο ρόλος των γονιδίων (οικογενειακό ιστορικό) είναι καθοριστικός.

Οι ασθενείς με καρωτιδική νόσο συχνά μπορεί να πάσχουν από στεφανιαία νόσο και περιφερική αρτηριακή νόσο, καθώς και οι τρεις αυτές ασθένειες έχουν ως βάση την αθηροσκλήρωση και μοιράζονται τους ίδιους παράγοντες κινδύνου.

Ποια είναι τα συμπτώματα της καρωτιδικής νόσου;

Η καρωτιδική νόσος μπορεί να εξελίσσεται επί σειρά ετών, χωρίς συμπτώματα (ασυμπτωματική), τουλάχιστον στα αρχικά της στάδια. Το πρώτο σύμπτωμα μπορεί να είναι ένα προειδοποιητικό παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο (ελαφρύ εγκεφαλικό – προσωρινή εγκεφαλική βλάβη) ή ένα μόνιμο εγκεφαλικό επεισόδιο. Τόσο το παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο όσο και το εγκεφαλικό μπορούν να εκδηλωθούν με παρόμοια συμπτώματα. Η μόνη τους διαφορά είναι ότι στο παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο τα συμπτώματα διαρκούν από μερικά λεπτά έως λίγες ώρες, ενώ αυτά του εγκεφαλικού ίσως να είναι μη αναστρέψιμα. Τα σωματικά ή ψυχικά συμπτώματα που συνοδεύουν την προσωρινή ή μόνιμη εγκεφαλική βλάβη καθορίζονται από την περιοχή του εγκεφάλου που υπέστη την απώλεια της αιματικής ροής. Σε αυτά περιλαμβάνονται :

  • Προσωρινή απώλεια ή θόλωση όραση (αμαύρωση)
  • Απώλεια καθαρής ομιλίας (δυσαρθρία) ή μπερδεμένος λόγος (αφασία)
  • Ξαφνική αδυναμία ή μούδιασμα του άνω ή/και κάτω μέλους της μιας πλευράς του σώματος
  • Ξαφνική παράλυση (αδυναμία κίνησης) του άνω ή/και κάτω μέλους της μιας πλευράς του σώματος
  • Απώλεια ισορροπίας
  • Μούδιασμα ή απώλεια αισθητικότητας του προσώπου
  • Μούδιασμα ή απώλεια αισθητικότητας του χεριού ή και του ποδιού
  • Σύγχυση, ζαλάδα, λιποθυμία, πονοκέφαλος
  • Απώλεια μνήμης
  • Συναισθηματική διαταραχή

Τι πρέπει να κάνω, εάν βιώσω κάποιο από τα παραπάνω συμπτώματα;

Η αιφνίδια έναρξη οποιουδήποτε από τα παραπάνω συμπτώματα, αποτελεί ένδειξη επείγουσας ιατρικής αξιολόγησης και περίθαλψης. Είναι αδύνατο να γνωρίζει κάποιος την εξέλιξη των συμπτωμάτων και κατά πόσο αυτά θα είναι παροδικά ή μόνιμα. Αν πρόκειται για παροδικό ισχαιμικό επεισόδιο, μπορεί να αποτελεί προειδοποίηση για επερχόμενο εγκεφαλικό επεισόδιο.  Αν πρόκειται για αληθές πλήρες εγκεφαλικό επεισόδιο, η έγκαιρη αναζήτηση ιατρικής βοήθειας μπορεί να είναι σωτήρια και αυξάνει την πιθανότητα πλήρους επαναφοράς. Η αποκατάσταση μετά από ένα εγκεφαλικό εξαρτάται από την έκτασή του και από την περιοχή του εγκεφάλου που προσβλήθηκε, καθώς επίσης και από την άμεση αποκατάσταση από τον ιατρό της εγκεφαλικής κυκλοφορίας του αίματος. Γενικά, σε περίπτωση εγκεφαλικού επεισοδίου, μία εγκεφαλική βλάβη μπορεί να αναστραφεί αν η αιματική ροή προς τον εγκέφαλο αποκατασταθεί σε 3 έως 6 ώρες.

Ποιοι είναι οι τρόποι διάγνωσης της Καρωτιδικής Νόσου;

Όπως προαναφέραμε, η Καρωτιδική Νόσος δεν παρουσιάζει συμπτώματα, έως την εμφάνιση παροδικού ισχαιμικού ή εγκεφαλικού επεισοδίου. Ανάλογα με το ιατρικό σας ιστορικό, ο ιατρός θα σας εξετάσει και θα σας συστήσει απεικονιστικό έλεγχο των καρωτιδικών αρτηριών, ώστε να επιβεβαιώσει ή να αποκλείσει, την Καρωτιδική Νόσο. Στην περίπτωση βέβαια, ενός πρόσφατου παροδικού ισχαιμικού ή ενός εγκεφαλικού επεισοδίου εν εξελίξει, ο απεικονιστικός έλεγχος των καρωτιδικών αρτηριών διενεργείται άμεσα. Ο ιατρός θα χρησιμοποιήσει επίσης το στηθοσκόπιο προκειμένου να ακροαστεί τις καρωτιδικές αρτηρίες στο λαιμό σας.

Ενδεικτικό της καρωτιδικής στένωσης είναι η παρουσία ενός ήχου που ονομάζεται «φύσημα» και αντανακλά την στροβιλώδη ροή του αίματος μέσα από το στενωμένο αυλό του αγγείου. Η αναζήτηση και εύρεση φυσήματος, ενδέχεται να είναι αναξιόπιστη, καθώς φύσημα μπορεί να υπάρχει ακόμη και σε μικρού βαθμού στένωση. Παράλληλα, έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις μεγάλου βαθμού στένωσης, οι οποίες δε συνοδεύονται από ακροαστικά ευρήματα. Για το λόγο αυτό, θα πρέπει να βεβαιωθείτε ότι έχετε πάντα ενημερώσει τον ιατρό σας για την εμφάνιση οποιουδήποτε από τα παραπάνω συμπτώματα (Συμπτώματα Καρωτιδικής Νόσου).

Ποιες είναι οι απεικονιστικές εξετάσεις που διενεργούνται για τη διάγνωση της Καρωτιδικής Νόσου;

Οι απεικονιστικές εξετάσεις περιλαμβάνουν:

  1. Υπερηχογράφημα καρωτίδων: είναι μία απλή γρήγορη, μη επεμβατική  εξέταση και αποτελεί σημαντικό εργαλείο για την αρχική διάγνωση. Μπορεί να χρησιμοποιηθεί για τον προληπτικό έλεγχο και για την παρακολούθηση καρωτιδικής νόσου.
  2. Αξονική Τομογραφία – Αγγειογραφία (CTA): Είναι η πλέον ακριβής εξέταση για τη διάγνωση Καρωτιδικής Νόσου. Παρέχει υψηλής ανάλυσης 3D εικόνες των καρωτιδικών αρτηριών και περισσότερες πληροφορίες, τόσο για τα ενδοκρανιακά τους τμήματα όσο και για τον εγκέφαλο, με αντίτιμο όμως τη χρήση ακτινοβολίας και ενδοφλέβιου σκιαγραφικού (ιωδιούχο σκιαστικό) που μπορεί να προκαλέσει βλάβη στα νεφρά, ειδικά σε ασθενείς με προϋπάρχουσα νεφρική ανεπάρκεια. Η Αξονική Τομογραφία, δεν χρησιμοποιείται τακτικά, παρά μόνο εαν έχει ήδη διαγνωσθεί εγκεφαλικό επεισόδιο ή προκειμένου να συλλέξει ο Αγγειοχειρουργός ανατομικές πληροφορίες για τον προεγχειρητικό σχεδιασμό αντιμετώπισης της καρωτιδικής νόσου (καρωτιδική ενδαρτηρεκτομή ή αγγειοπλαστική καρωτίδος με τοποθέτηση ενδονάρθηκα (stent).
  3. Μαγνητική Τομογραφία – Αγγειογραφία (MRA): Έχει παρόμοια διαγνωστική ακρίβεια με την αξονική τομογραφία, δεν απαιτείται η χρήση ακτινοβολίας και στην περίπτωση που κριθεί σκόπιμη η χορήγηση ενδοφλέβιου σκιαγραφικού (γαδολίνιο), είναι λιγότερο επιβλαβές για τα νεφρά. Η Μαγνητική Τομογραφία έχει τη δυνατότητα να εντοπίσει ακόμη και πολύ μικρά εγκεφαλικά. Τα μειονεκτήματα αυτής της εξέτασης έγκεινται στο ότι είναι χρονοβόρα, δαπανηρή και αντενδείκνυται σε κλειστοφοβικούς ασθενείς ή ασθενείς με μεταλλικές προθέσεις ή μοσχεύματα.
  4. Κλασική Αγγειογραφία: Πρόκειται για επεμβατικό απεικονιστικό έλεγχο, που διενεργείται σε χειρουργική αίθουσα, καθώς απαιτείται διαδερμική αρτηριακή προσπέλαση με παρακέντηση στη βουβωνική χώρα. Η εξέταση αυτή απαιτεί ακτινοβολία, χορήγηση ιωδιούχου ενδοφλέβιου σκιαγραφικού και μπορεί να χρησιμεύσει ως βοήθημα στον Αγγειοχειρουργό για το χειρουργικό του πλάνο. Λόγω της υψηλής διαγνωστικής ακρίβειας της αξονικής τομογραφίας, δεν συνιστάται, πλέον, η κλασική αγγειογραφία ως διαγνωστικό μέσο ρουτίνας. Θα χρησιμοποιηθεί ωστόσο, ως μέρος της αντιμετώπισης της καρωτιδικής νόσου, εφόσον αποφασισθεί η αγγειοπλαστική με τοποθέτηση ενδονάρθηκα (stent).

Ποιοι είναι οι τρόποι αντιμετώπισης της Καρωτιδικής Νόσου;

Η θεραπεία της καρωτιδικής νόσου είναι απαραίτητη, ώστε να περιορίσει τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου και εξαρτάται από τα συμπτώματα, τον βαθμό στένωσης της καρωτίδος, τα χαρακτηριστικά της καρωτιδικής πλάκας και τη φυσική κατάσταση του ασθενούς. Υπάρχουν τρεις (3) τρόποι αντιμετώπισης:

  1. Αποκατάσταση μέσω συντηρητικής αντιμετώπισης, η οποία περιλαμβάνει αλλαγή του τρόπου ζωής σε συνδυασμό με κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή.
  2. Αποκατάσταση μέσω Ενδαγγειακής χειρουργικής (ελάχιστα επεμβατική μέθοδος).
  3. Αποκατάσταση μέσω ανοιχτής χειρουργικής.

Όλες οι παραπάνω μέθοδοι έχουν θέση στη σύγχρονη ιατρική, με τον Αγγειοχειρουργό, να έχει τον πρωταρχικό και καταλυτικό ρόλο να σας καθοδηγήσει προς την καλύτερη επιλογή.

Ποια είναι η καταλληλότερη θεραπεία καρωτιδικής νόσου;

Όπως προαναφέραμε, η θεραπεία διαφέρει σε κάθε ασθενή, λαμβάνοντας υπόψιν τις παραπάνω παραμέτρους. Κατά γενικό κανόνα, οι ασθενείς με ποσοστό καρωτιδικής στένωσης μικρότερο του 50% αντιμετωπίζονται συντηρητικά, ανεξάρτητα από την παρουσία συμπτωμάτων (παροδικό ισχαιμικό ή εγκεφαλικό επεισόδιο).

Ασθενείς με πρόσφατο ισχαιμικό επεισόδιο (παροδικό ή μόνιμο εγκεφαλικό επεισόδιο) και ποσοστό καρωτιδικής στένωσης μεγαλύτερο του 50%, χρήζουν χειρουργικής αντιμετώπισης, καθώς υπάρχει μεγάλος κίνδυνος για νέο ισχαιμικό επεισόδιο.

Σε ασυμπτωματικούς ασθενείς που το ποσοστό καρωτιδικής στένωσης είναι μεγαλύτερο του 70% και εφόσον είναι δραστήριοι με καλό προσδόκιμο επιβίωσης και χαμηλό χειρουργικό ρίσκο, συνιστάται επίσης η χειρουργική αντιμετώπιση, ώστε να αποφευχθεί ένα μελλοντικό εγκεφαλικό επεισόδιο.

Υποστηρίζεται πάντως από πολλούς επιστήμονες ότι η συντηρητική αντιμετώπιση της καρωτιδικής νόσου, ανεξάρτητα από το ποσοστό της στένωσης, μπορεί να είναι επαρκής σε ασυμπτωματικούς ασθενείς. Παράλληλα, θέμα διαφωνίας παραμένει για πολλούς και το ποια επέμβαση είναι πιο ασφαλής και πιο αποτελεσματική: η καρωτιδική ενδαρτηρεκτομή ή η αγγειοπλαστική με stent; Μια διεξοδική συζήτηση με τον Αγγειοχειρουργό σας, θα σας βοηθήσει να κατανοήσετε τον κίνδυνο, τους εναλλακτικούς τρόπους θεραπείας και θα σας καθοδηγήσει προς την κατάλληλη θεραπευτική επιλογή που θα σας ωφελήσει.

Τρόποι Αντιμετώπισης | Συντηρητική Αντιμετώπιση και Φαρμακευτική Αγωγή

Οι αλλαγές στον τρόπο ζωής σε συνδυασμό με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή, αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο αντιμετώπισης της Καρωτιδικής  Νόσου, ανεξάρτητα από την απόφαση χειρουργικής αντιμετώπισης ή μη. Ο ιατρός σας θα ρυθμίσει καλύτερα την αρτηριακή σας πίεση και τα επίπεδα χοληστερόλης, δίδοντάς σας την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή [αντιυπερτασικά και υπολιπιδαιμικά (στατίνες) φάρμακα]. Μπορεί επίσης να σας προτείνει τη λήψη ασπιρίνης (ή κλοπιδογρέλης). Προτείνεται υγιεινή διατροφή και υγιείς συνήθειες, τακτική άσκηση και απαραίτητα, η διακοπή του καπνίσματος. Η Καρωτιδική Νόσος δε θα υποχωρήσει, ωστόσο, με την κατάλληλη φαρμακευτική αγωγή μπορεί να επιτευχθεί επιβράδυνση ή ακόμα και παύση της εξέλιξής της, περιορίζοντας με τον τρόπο αυτό τον κίνδυνο εγκεφαλικού επεισοδίου. Είναι εξαιρετικά σημαντικό να τηρείτε τις  οδηγίες του ιατρού σας, καθώς η καρωτιδική νόσος μπορεί να  συνεχίσει να εξελίσσεται. Δεν υπάρχει λόγος περιορισμού των σωματικών δραστηριοτήτων και της εργασίας σας,υπό την προϋπόθεση ότι όλα γίνονται με μέτρο.

Τρόποι Αντιμετώπισης | Καρωτιδική ενδαρτηρεκτομή

Η καρωτιδική ενδαρτηρεκτομή αποτελεί το συνηθέστερο τρόπο χειρουργικής αντιμετώπισης της Καρωτιδικής Νόσου. Υπό γενική αναισθησία, πραγματοποιείται μία μικρή τομή στο λαιμό του ασθενούς στο ύψος της καρωτιδικής στένωσης. Ο Αγγειοχειρουργός τελικά ανοίγει και καθαρίζει την καρωτίδα αφαιρώντας την αθηρωματική πλάκα. Στη συνέχεια, πραγματοποιεί σύγκλειση της αρτηρίας, επιτρέποντας την επαναιμάτωση του. Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε αυτού του είδους την επέμβαση παραμένουν υπό παρακολούθηση στο νοσοκομείο για μία ημέρα. Η επέμβαση ενδέχεται να προκαλέσει μετεγχειρητικά πόνο στο λαιμό, ο οποίος ελέγχεται με τη χρήση απλών αναλγητικών φαρμάκων. Όπως συμβαίνει σε κάθε επέμβαση, έτσι και στην καρωτιδική ενδαρτηρεκτομή, υπάρχει ο κίνδυνος μικρών αλλά και σοβαρών επιπλοκών όπως είναι το εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Αγγειοχειρουργός θα συζητήσει μαζί σας τους κινδύνους και τις επιπλοκές της επέμβασης.

Τρόποι Αντιμετώπισης | Αγγειοπλαστική Καρωτίδος με Τοποθέτηση Ενδονάρθηκα (stent)

Η αγγειοπλαστική καρωτίδος με τοποθέτηση ενδονάρθηκα πραγματοποιείται χωρίς τομή στο λαιμό, παρακεντώντας τη βουβωνική χώρα. Υπό ακτινολογική καθοδήγηση, χρήση ειδικών ενδαγγειακών συρμάτων και καθετήρων στον αγγειακό αυλό, εισάγεται δια μέσου της μηριαίας αρτηρίας μια μεταλλική ενδοπρόθεση (stent), η οποία προωθείται στην καρωτιδική αρτηρία έως το σημείο της στένωσης, όπου και εκπτύσσεται. Οι ασθενείς οι οποίοι υποβάλλονται σε αυτού του είδους την επέμβαση, παραμένουν υπό παρακολούθηση στο νοσοκομείο για μία ημέρα. Όπως συμβαίνει σε κάθε επέμβαση έτσι και στην αγγειοπλαστική καρωτίδος, υπάρχει ο κίνδυνος μικρών αλλά και σοβαρών επιπλοκών όπως είναι το εγκεφαλικό επεισόδιο. Ο Αγγειοχειρουργός θα συζητήσει μαζί σας τους κινδύνους και τις επιπλοκές της επέμβασης.

Χρήστος Π. Παπασιδέρης, Αγγειοχειρουργός

Χρήστος Π. Παπασιδέρης,
Αγγειοχειρουργός

Facebooktwitterpinterest

Στείλτε τις απορίες σας

Στείλτε τις απορίες σας στο Γιατρό - Συγγραφέα του παραπάνω άρθρου
  • This field is for validation purposes and should be left unchanged.