Ο παράξενος δείκτης κατάθλιψης!

Facebooktwitterpinterest

Αναγνώριση αρνητικών συναισθημάτων

Είναι γνωστό ότι η κατάθλιψη επηρεάζει πολλούς ανθρώπους παγκοσμίως σήμερα, άνδρες, γυναίκες ακόμη και εφήβους. Μάλιστα, απλώνει τα πλοκάμια της όλο και περισσότερο, παρά την ενημέρωση αλλά και τις πολλαπλές αποτελεσματικές θεραπείες – φαρμακευτικές και ψυχοθεραπευτικές.

Είναι επίσης θλιβερό ότι οι μισές από όλες τις περιπτώσεις κατάθλιψης δεν αναγνωρίζονται και δεν υποβάλλονται σε θεραπεία, παρόλη την ενημέρωση και την ευαισθητοποίηση για την διαταραχή.

Παρόλα αυτά, τα ποσοστά της υπολογίζεται ότι μέχρι το 2020 θα την ανεβάσουν στην δεύτερη σε συχνότητα αιτία θανάτου και αναπηρίας, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.
Σήμερα, υπολογίζεται ότι το 6% περίπου του γενικού πληθυσμού πάσχει από κατάθλιψη, δηλαδή περισσότεροι από 350 εκατομμύρια άνθρωποι σ’ όλον τον κόσμο και 550 χιλιάδες στη χώρα μας, ενώ 1 στα 10 άτομα θα νοσήσει από κατάθλιψη κάποια στιγμή στη διάρκεια της ζωής του.
Οι γυναίκες είναι εκείνες που υποφέρουν 2 φορές συχνότερα σε σχέση με τους άνδρες, λόγω των βιολογικών, ορμονικών και ψυχοκοινωνικών παραγόντων.
Γνωρίζουμε επίσης, πως η βλάβη της δεν επηρεάζει μόνο την ψυχική αλλά και την σωματική μας υγεία, εφόσον επιδεινώνει τις καρδιαγγειακές παθήσεις, το μεταβολικό σύνδρομο μέσα από την εμφάνιση διαβήτη και παχυσαρκίας, την οστεοπόρωση, την αρθρίτιδα, ορισμένους τύπους καρκίνου, την περιοδοντική νόσο…

Ένας πρωταρχικός λόγος για τις εκτεταμένες και διαδοχικές ανεπιθύμητες ενέργειες της κατάθλιψης είναι ότι μεταβάλλει θεμελιωδώς τον τρόπο με τον οποίο «βρίσκεται» ο εαυτός στο περιβάλλον. Τα καταθλιπτικά άτομα σε σύγκριση με τα υγιή, παρουσιάζουν μεγαλύτερη δυσκολία να αφαιρέσουν άσχετες πληροφορίες από τη βραχυπρόθεσμη μνήμη, παρουσιάζονται λιγότερο ικανά να αντιληφθούν τις αντιθέσεις, είναι λιγότερο ευαίσθητα στο πλαίσιο της συναισθηματικής επεξεργασίας ενώ παρουσιάζουν πιθανή βλάβη στην εκτελεστική λειτουργία (Joormann, 2005).. Επίσης, συνδέεται με μειωμένη ικανότητα διαφοροποίησης πληροφοριών, είτε στο επίπεδο της αντίληψης, της επεξεργασίας, είτε της εκτελεστικής λειτουργίας. Κάθε ένα από αυτά τα στοιχεία θεωρείται ότι συνδέεται με στιγμιαία συναισθηματική εμπειρία (Barrett, 2006).

Είναι αρκετοί οι άνθρωποι που θεωρούν ότι η κατάθλιψη είναι απλά η «γκρίζα» αίσθηση που έχουμε πολλές φορές, το μελαγχολικό συναίσθημα, η αδυναμία να ολοκληρώσουμε τις εκκρεμότητές μας… Λίγοι είναι εκείνοι που αναγνωρίζουν πως καταθλιπτικά συμπτώματα είναι επίσης ο θυμός, η ενοχή και η απογοήτευση, ενώ δεν μπορούν να αντιληφθούν τη διαφορά τους.

Σε αυτό το συμπέρασμα καταλήγει και μελέτη, αιτιολογώντας γιατί είναι και τόσο δύσκολο να θεραπευτεί η κατάθλιψη, εφόσον τα άτομα που έχουν πάρει τη διάγνωση της κλινικής κατάθλιψης δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τα παραπάνω συναισθήματα. Και πώς να προσπαθήσει κάποιος να αλλάξει τη ζωή του προς το καλύτερο, πώς να προσπαθήσει να βγει από την κατάθλιψη που τον ρουφάει όλο και περισσότερο, αν δεν μπορεί να αναγνωρίσει τις πιθανές ενοχές του, την απογοήτευση που αισθάνεται και για ποιους λόγους αλλά και τον θυμό του; Πως θα μάθει να τον διαχειρίζεται αλλά πριν από αυτό, να δει με τι είναι θυμωμένος;

Ο Δρ Emre Demiralp, εξηγεί: «Είναι δύσκολο να βελτιώσετε τη ζωή σας χωρίς να γνωρίζετε αν είστε λυπημένοι ή θυμωμένοι για κάποια πτυχή της. Για παράδειγμα, φανταστείτε ότι δεν δουλεύει ο δείκτης της βενζίνης του αυτοκινήτου σας. Θα ήταν δύσκολο να γνωρίζετε πότε πρέπει να βάλετε και πάλι καύσιμα… Θέλαμε να διερευνήσουμε εάν τα άτομα με κλινική κατάθλιψη ήταν ενήμερα για τα συναισθήματά τους και αν τα βίωσαν στο ίδιο βαθμό με τους υγιείς ανθρώπους».

Οι συμμετέχοντες στη μελέτη – οι μισοί από τους οποίους αντιμετώπιζαν κλινική κατάθλιψη – κλήθηκαν να αναφέρουν τα συναισθήματά τους σε τυχαία χρονικά διαστήματα, κατά τη διάρκεια μίας εβδομάδας. Η κατάθλιψη αξιολογήθηκε χρησιμοποιώντας δομημένες κλινικές συνεντεύξεις και το Beck Depression Depression-II.
Κάθε φορά που ανέφεραν πώς ένιωσαν σε 11 διαφορετικά συναισθήματα, τα επτά ήταν αρνητικά και τα τέσσερα θετικά:

  1. λύπη,
  2. άγχος,
  3. θυμός,
  4. απογοήτευση,
  5. ντροπή,
  6. αηδία,
  7. ενοχή,
  8. χαρά,
  9. ενθουσιασμός,
  10. εγρήγορση,
  11. ενεργητικότητα

Τα αποτελέσματα, που δημοσιεύθηκαν στο επιστημονικό περιοδικό «Psychological Science» (Demiralp et al., 2012), έδειξαν ότι:

  • Οι καταθλιπτικοί, δυσκολεύονταν να διακρίνουν τα αρνητικά συναισθήματα.
  • Αντίθετα, οι μη καταθλιπτικοί άνθρωποι ήταν σαφέστεροι στο ποια αρνητικά συναισθήματα βίωσαν και μπορούσαν να τα αναγνωρίσουν και να τα ονοματίσουν.
  • Για τα θετικά συναισθήματα, ωστόσο, τόσο οι καταθλιπτικοί όσο και οι μη καταθλιπτικοί συμμετέχοντες μπορούσαν να τα διακρίνουν εξίσου καλά.

Ο Δρ. Demiralp είπε: «Τα αποτελέσματα μας δείχνουν ότι το να είσαι συγκεκριμένος με τα αρνητικά σου συναισθήματα μπορεί να είναι καλό για σένα. Ίσως είναι καλύτερα να μην σκέφτεσαι γενικά αν νιώθεις άσχημα ή δυσάρεστα. Να είσαι συγκεκριμένος. Είναι θυμός, ντροπή, ενοχή ή κάποιο άλλο συναίσθημα; Αυτό είναι που μπορεί να σε βοηθήσει να το παρακάμψεις και να βελτιώσεις τη ζωή σου. Είναι ένας από τους κυριότερους στόχους μας να διερευνήσουμε προσεγγίσεις για τη διευκόλυνση αυτού του είδους της συναισθηματικής νοημοσύνης σε μεγάλη κλίμακα στον πληθυσμό».

Ανακεφαλαιώνοντας, γνωρίζουμε ότι κάθε στιγμή, μπορούμε να πάρουμε πληροφορίες από τις αισθήσεις μας, μέσα από το σώμα μας, από τους μύες και τα εσωτερικά όργανά μας.
Πληροφορίες που μας ενημερώνουν και σωματικά για πιθανές συναισθηματικές διαδικασίες, επιτρέποντας να βιώσουμε τα συναισθήματά μας σε καταστάσεις ευτυχίας, λύπης, θυμού, ενθουσιασμού και ποικίλων άλλων συναισθηματικών καταστάσεων. Έτσι, κατά τη διάρκεια καθημερινών γεγονότων, οι άνθρωποι συχνά βιώνουν μια μεταβαλλόμενη ροή συναισθημάτων.
Επιπλέον, οι καταστάσεις που συναντώνται κατά τη διάρκεια της καθημερινής ζωής είναι συχνά πολυδιάστατες, με στοιχεία που μπορούν να οδηγήσουν έναν άνθρωπο να νιώθει την ίδια στιγμή αντίθετα συναισθήματα, όπως την ευτυχία και τη θλίψη, την λεγόμενη χαρμολύπη.
Διάφορες έρευνες όμως έδειξαν πως οι άνθρωποι διαφέρουν ως προς τον βαθμό συναισθηματικής τους αναγνώρισης. Έτσι και τα άτομα που έχουν διαγνωστεί με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή (ΜΚΔ) αντιμετωπίζουν λιγότερο διαφοροποιημένα συναισθήματα στην καθημερινή ζωή από ό, τι οι υγιείς άνθρωποι.

Μαρίνα Μόσχα, ψυχολόγος

Μαρίνα Μόσχα, ψυχολόγος

Facebooktwitterpinterest

Στείλτε τις απορίες σας

Στείλτε τις απορίες σας στο Γιατρό - Συγγραφέα του παραπάνω άρθρου
  • This field is for validation purposes and should be left unchanged.