Τραυλισμός και άλλες δυσκολίες της ομιλίας

Facebooktwitterpinterest

Χάρη στην επικοινωνία, οι άνθρωποι μπορούν να μεταφέρουν τις σκέψεις, τις ιδέες και τα συναισθήματά τους ο ένας στον άλλο. Από αρχαιοτάτων χρόνων, η επικοινωνία αποτέλεσε την βάση για την δημιουργία των κοινωνιών και των πόλεων. Η ικανότητα της χρησιμοποίησης της γλώσσας στην καθημερινή μας συνδιαλλαγή, μάλιστα, είναι τόσο σημαντική που συχνά την θεωρούμε αυτονόητη και την ανάπτυξή της ως μια εύκολη διαδικασία.

Η συνθετότητα της επικοινωνίας, όμως, γίνεται φανερή στις περιπτώσεις όπου υπάρχει κάποια διαταραχή.
Σε αυτό το άρθρο θα σας μιλήσω για τις σημαντικότερες μορφές διαταραχών στην επικοινωνία.
Με τον όρο διαταραχές της επικοινωνίας εννοούμε την δυσκολία που εμφανίζουν κάποια άτομα στην παραγωγή των ήχων της ομιλίας ανάλογα με την ηλικία τους (φωνολογική διαταραχή), είτε την δυσκολία στην ομαλή ροή της ομιλίας (τραυλισμός), είτε την δυσκολία στον προφορικό λόγο γενικότερα (διαταραχή της γλωσσικής έκφρασης), είτε την δυσκολία στην κατανόηση του προφορικού λόγου (μικτή διαταραχή της γλωσσικής έκφρασης-αντίληψης). Οι διαταραχές αυτές συνήθως συνδέονται με τις μαθησιακές δυσκολίες, καθώς οι πρώτες εμφανίζονται κατά την προσχολική ηλικία ενώ οι δεύτερες κατά την είσοδο του παιδιού στο δημοτικό.

Η κατάκτηση των βασικών ικανοτήτων επικοινωνίας ξεκινάει από την γέννηση του ανθρώπου και διαρκεί ως τα 2 έτη. Τα βρέφη καταφέρνουν να επικοινωνούν με το περιβάλλον τους, αφενός γιατί διαθέτουν τις κατάλληλες έμφυτες ικανότητες και αφετέρου γιατί μιμούνται τους ήχους και τις κινήσεις των ενηλίκων μέσα από την καθημερινή τους επαφή με αυτούς. Αρχικά, επιλέγουν τους ήχους και τα άλλα ακουστικά ερεθίσματα των ενηλίκων με τα οποία θα εξασφαλίσουν το ενδιαφέρον και την προσοχή τους. Έτσι, αναπτύσσουν διάφορους μηχανισμούς όπως το κλάμα και το γέλιο, πρώιμες δηλαδή μορφές επικοινωνίας. Αργότερα, το κλάμα και το γέλιο συνδέονται με την οπτική επαφή προς τα πρόσωπα που τους ενδιαφέρουν, βελτιώνοντας σταδιακά την επικοινωνία τους. Από τον πρώτο χρόνο και έπειτα, τα παιδιά αναπτύσσουν συνήθως την ικανότητα να καταλαβαίνουν ορισμένες λέξεις και να χρησιμοποιούν κάποιες από αυτές για να εκφράσουν τις ανάγκες και τα συναισθήματά τους. Στην συνέχεια, η γλωσσική ανάπτυξη είναι ραγδαία και το παιδί καταφέρνει να χρησιμοποιεί όλο και περισσότερες λέξεις βάζοντάς τες μέσα σε προτάσεις με γραμματικά και συντακτικά ορθό τρόπο. Γύρω στα τέσσερα χρόνια το παιδί μπορεί να χρησιμοποιήσει πιο σύνθετες προτάσεις, μπορεί να προσαρμόσει τον λόγο του ανάλογα με την περίσταση (π.χ. να τον απλοποιήσει όταν μιλάει σε κάποιον μικρότερο) ή να κάνει διευκρινιστηκές ερωτήσεις, όταν δεν καταλαβαίνει. Μετά το πέμπτο έτος, το παιδί σε γενικές γραμμές έχει ολοκληρώσει την ανάπτυξη των βασικών ικανοτήτων χρήσης της γλώσσας και μπορεί να επικοινωνήσει αποτελεσματικά με τους ενήλικες σε διάφορες περιστάσεις. Σε όλη αυτή την πορεία ουσιαστικό ρόλο παίζουν οι γονείς και τα πρόσωπα που φροντίζουν το παιδί, αφού αποτελούν πρότυπα για την κατάκτηση της γλώσσας, ενώ παράλληλα διδάσκουν τον σωστό τρόπο επικοινωνίας δείχνοντας την ικανοποίησή τους στην ικανότητα του παιδιού να εκφράζεται λεκτικά.
Παρόλα αυτά, η πορεία ανάπτυξης του λόγου δεν είναι ίδια για όλους. Πολλά παιδιά, για παράδειγμα, καθυστερούν να μιλήσουν και εκφράζονται με χειρονομίες ή άλλα ενώ κατανοούν τον προφορικό λόγο δυσκολεύονται να εκφραστούν. Οι αποκλίσεις στην γλωσσική ανάπτυξη από το φυσιολογικό, συνήθως, δεν αποτελούν ιδιαίτερο πρόβλημα. Κάποιες φορές, όμως, η καθυστέρηση στην γλωσσική ανάπτυξη συνδέεται άμεσα και με άλλα προβλήματα. Η ανάπτυξη του λόγου αποτελεί για τους ειδικούς έναν πολύ καλό δείκτη πρόβλεψης των ακαδημαϊκών επιδόσεων του παιδιού και του νοητικού του επιπέδου. Με άλλα λόγια, η καθυστέρηση της ομιλίας πολύ συχνά συνδέεται με νοητική υστέρηση ή και με αυτισμό. Για αυτό, είναι πολύ σημαντική η έγκαιρη και ακριβής διάγνωση.
Σύμφωνα με το DSM-IV, η φωνολογική διαταραχή αναφέρεται στην αποτυχία χρήσης εκ μέρους του παιδιού ήχων της ομιλίας οι οποίοι είναι ανάλογη της ηλικίας του όπως π.χ. λάθη στην παραγωγή, στην χρήση, στην έκφραση ή στην οργάνωση του λόγου ή παραλείψεις ήχων (κυρίως των τελικών συμφώνων). Οι δυσκολίες αυτές παρεμποδίζουν την σχολική ή επαγγελματική απόδοση και την επικοινωνία με τους άλλους. Όταν συνδέονται με νοητική υστέρηση ή κάποιο αισθητηριακό ελάττωμα, οι δυσκολίες αυτές είναι ακόμη μεγαλύτερες. Τα παιδιά με τις παραπάνω δυσκολίες όταν εισέρχονται στο σχολείο εμφανίζουν προβλήματα στην σύνδεση του προφορικού με το γραπτό λόγο. Δεν μπορούν, με άλλα λόγια, να κατανοήσουν την σχέση μεταξύ της γραπτής και προφορικής αναπαράστασης των φωνημάτων, μεταξύ, δηλαδή, των φθόγγων και των γραμμάτων της αλφαβήτου. Οι δυσκολίες αυτές αποτελούν τον πρόδρομο των δυσκολιών της ανάγνωσης, που θα εντοπίσει αργότερα ο εκπαιδευτικός.
Για να δοθεί η διάγνωση της διαταραχής της γλωσσικής έκφρασης θα πρέπει ενώ το παιδί έχει φυσιολογική νοημοσύνη και δεν υπάρχει κάποιο αισθητηριακό έλειμμα, το λεξιλόγιο του να είναι φτωχό, οι προτάσεις του μικρές και οι δομή τους ανώριμη, να εμφανίζει δυσκολίες στη σύνταξη και στα γραμματικά στοιχεία (π.χ. στις αντωνυμίες, στα άρθρα ή στις κλίσεις των ρημάτων και των ουσιαστικών) και δυσκολίες στην αντίληψη της χρονικής σειράς των γεγονότων. Παρόλα αυτά, η μη λεκτικές μορφές επικοινωνίας, όπως το χαμόγελο και οι χειρονομίες, παραμένουν ανέπαφες. Το παιδί με αυτή την διαταραχή, με άλλα λόγια, παρότι δυσκολεύεται να επικοινωνήσει λεκτικά χρησιμοποιεί χειρονομίες και διάφορους ήχους προκειμένου να αντισταθμίσει αυτή του την αδυναμία.
Για να δοθεί η διάγνωση της μικτής διαταραχής της γλωσσικής έκφρασης-αντίληψης θα πρέπει να υπάρχουν τα ίδια συμπτώματα με εκείνα της διαταραχής της γλωσσικής έκφρασης και, επιπλέον, δυσκολία στην κατανόηση των λέξεων, των προτάσεων ή των ειδικών τύπων λέξεων, όπως οι λέξεις που αφορούν το χώρο.
Σύμφωνα με το DSM-IV, ο τραυλισμός αναφέρεται στην μη φυσιολογική ροή της ομιλίας δυσανάλογης της ηλικίας του παιδιού, η οποία χαρακτηρίζεται από επαναλήψεις ήχων και συλλαβών, επιμυκήνσεις ήχων, επιφωνήματα, διακοπτόμενες λέξεις, περιφράσεις και επανάληψη μονοσύλλαβων λέξεων. Αυτή η μορφή τραυλισμού διαφέρει κατά πολύ από τις περιπτώσεις εκείνες όπου το παιδί κάνει επαναλήψεις, παύσεις και γενικά συγχέει την σκέψη και την ομιλία του σε ορισμένες περιστάσεις. Τα νήπια πολλές φορές θέλουν να εκφράσουν τις εμπειρίες τους, χώρις όμως να μπορούν να χρησιμοποιήσουν πολλές λέξεις ταυτόχρονα, γεγονός που τα οδηγεί σε τραυλισμό. Επιπλέον, πολλά παιδιά νιώθουν άβολα όταν πρέπει να μιλήσουν μπροστά σε άλλους (για παραδειγμά όταν ο δάσκαλος τους ζητάει να πούνε το μάθημα), γεγονός που μπορεί και πάλι να τα οδηγήσει σε τραυλισμό. Οι δυσκολίες αυτές θεωρούνται φυσιολογικές και μπορούν εύκολα να ξεπεραστούν, εφόσον το περιβάλλον του παιδιού τις χειριστεί ανάλογα.
Η διάγνωση των διαταραχών επικοινωνίας, συνήθως, αργεί να γίνει, διότι καθώς οι γονείς καταφέρνουν και κατανοούν τις ανάγκες των παιδιών τους (όταν αυτές εκφράζονται με ήχους ή χειρονομίες), δεν δίνουν σημασία στην δυσκολία τους να εκφραστούν λεκτικά. Επίσης, η δυσκολία στην διάκριση της νοητικής καθυστέρησης από μια γενικότερη καθυστέρηση της γλωσσικής ανάπτυξης παίζει ρόλο. Η νοημοσύνη περιλαμβάνει και τις ικανότητες επικοινωνίας, επομένως, είναι αναμενόμενο ένα παιδί με χαμηλή νοημόσυνη να παρουσιάζει και μειωμένη γλωσσική ανάπτυξη. Στην αντίθετη περίπτωση, όμως, βρίσκεται το παιδί που απλώς καθυστέρησε χρονικά να αναπτύξει την ομιλία. Τέλος, σε περιπτώσεις κώφωσης ή νευρολογικών ανωμαλιών το παιδί δεν θα μπορέσει να αναπτύξει ποτέ την ομιλία (αντίθετα θα χρησιμοποιήσει χειρονομίες για την επικοινωνία του) και τα άτομα αυτά δεν μπορούν να ταξινομηθούν στις διαταραχές επικοινωνίας.
Η συχνότητα εμφάνισης των παραπάνω δυσκολιών είναι ίδια και στα δύο φύλλα, αν και τα αγόρια παραπέμπονται πιο συχνά στους λογοθεραπευτές, λόγω των επιπρόσθετων προβλημάτων που εμφανίζουν (π.χ. υπερκινητικότητα). Ακόμη, είναι δύσκολο να προσδιορίσουμε το ποσοστό εμφάνισης των διαταραχών της επικοινωνίας, δεδομένου των ατομικών διαφορών που υπάρχουν στην πορεία της γλωσσικής ανάπτυξης, αλλά και της ηλικίας του παιδιού, επειδή η βαρύτητα των προβλημάτων της γλωσσικής έκφρασης διαφοροποιείται σημαντικά σε κάθε ηλικία.
Τα περισσότερα παιδιά πάντως, με την πάροδο του χρόνου, ξεπερνούν τις όποιες δυσκολίες και όταν φτάνουν στην ηλικία των 6-7 ετών μόνο το 2-3% ανταποκρίνονται στα κριτήρια για την διάγνωση των διαταραχών επικοινώνιας. Σε κάθε περίπτωση, μέχρι την εφηβεία η συντριπτική πλειοψηφία των παιδιών με αναπτυξιακού τύπου διαταραχή επικοινωνίας μιλάει τελείως φυσιολογικά. Αντίθετα, η πορεία των παιδιών με επίκτητες διαταραχές επικοινωνίας (δηλαδή, όσα απέχτησαν κάποια δυσκολία στην ομιλία τους έπειτα από κάποιο εγκεφαλικό τραύμα) εξαρτάται από την βαρύτητα, την περιοχή του τραύματος και την ηλικία που συνέβει το τραύμα.

Facebooktwitterpinterest

Στείλτε τις απορίες σας

Στείλτε τις απορίες σας στο Γιατρό - Συγγραφέα του παραπάνω άρθρου
  • This field is for validation purposes and should be left unchanged.