Ο ΘΕΡΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΛΩΝΙΣΜΑ ΤΩΝ ΣΙΤΑΡΙΩΝ

Facebooktwitterpinterest
Ο θερισμός
“Κι έβαζε ακόμα χτήμα απάνω τον βασιλικό, κι αργάτες θέριζαν, κοφτερά στα χέρια τους φουχτώνοντας δρεπάνια· άλλα χερόβολα σωριάζονταν στο χώμα αράδα αράδα κι άλλα τα δέναν με ασταχόσκοινα γερά οι δεματιαστάδες· κι ήτανε τρεις πον τα δεμάτιαζαν, και πίσω τονς αγόρια τρέχαν, μάζευαν τα χερόβολα, στην αγκαλιά τα παίρναν, και τα ‘διναν πιο πίσω …

Κάπου πιο πέρα οι κράχτες σύνταζαν κάτω από δρυ το γιόμα· βόδι τρανό είχαν σφάξει κι έψηναν με προθυμία, κι οι δούλες σωρό το αλεύρι το άσπρο εζύμωναν, να φαν οι θεριστάδες. (Ομήρου Ιλιάς Σ, στ. 550-556 και 558-560. Μετάφραση: Ι. Κακριδή – Ν. Καζαντζάκη)
Ο Θερισμός στου κάμπου το λιοπύρι.
“Όταν πάλι το σαλιγκάρι ανεβαίνει από την γη στα δέντρα, ζητώντας προστασία από την ζέστη που φέρνουν οι Πλειάδες, τότε πια δεν είν’ άλλο καιρός να σκάβεις τα αμπέλια. Πρέπει τότε ν’ ακονίζεις τα δρεπάνια σου και τους υποταχτικούς σου να κεντρίζεις για δουλειά. Μην αποζητάς τους ίσκιους και τον πρωινό ύπνο, όταν φθάσει η ώρα για τον θερισμό, την εποχή που ο ήλιος ψήνει το δέρμα.
Τέτοιες στιγμές πρέπει να βιάζεσαι και να κουβαλάς τον καρπό στις αποθήκες, πιάνοντας χαράματα δουλειά, για να έχεις το βιός σου ασφαλισμένο. Γιατί με την αυγή φεύγει το ένα τρίτο της δουλειάς, με την αυγή πηγαίνει κανείς καλύτερα στον δρόμο, προκόβει και στο μεροκάματο, με την αυγή, που μόλις φανεί, βγάζει τόσους ανθρώπους ξαφνικά στους δρόμους και τόσα βόδια βάζει στο ζυγό”.
(Ησιόδον: Έργα και Ημέραι, στ. 571-581. Μετάφραση: Α. Ι. Γαβρίλη)
Ο χορός γύρω απο το δράκο
Όταν τα στάχυα κιτρινίσουν σαν το κυδώνι τότε το σιτάρι είναι ώριμο και πρέπει ν’ αρχίσει ο θερισμός. Αυτό στον τόπο μας γίνεται τον Ιούλιο, γι’ αυτό κι ο μήνας λέγεται “Θεριστής”.
Οι θεριστάδες ετοίμαζαν τα εργαλεία του θερισμού, δρεπάνια, ακονόπετρες και παλαμαριές, ετοίμαζαν και τα δεματικά από βριζαμιά για να δέσουν τα δεμάτια.
Οι άντρες με την ισκιάδα – πλατύγυρο ψάθινο καπέλο στο κεφάλι κι οι γυναίκες με τη μπαρμπούλα (μαντήλι) στο πρόσωπο, πρωί με τη δροσιά ξεκινούσαν για τα χωράφια τους. Εκεί έμπαιναν με τη σειρά κι έπαιρνε ο καθένας τον όργο του. Στο δεξί χέρι κρατούσαν το δρεπάνι και στ’ αριστερό έβαζαν την παλαμαριά στα δάκτυλα, που προστάτευε το χέρι και βοηθούσε να πιάνουν μεγαλύτερες χεριές.
Πρώτος άρχιζε ο πρωτεργάτης, που ήταν ο πιο καλός κι έμπειρος θεριστής της ομάδας. Προτού αρχίσει, γυρνώντας “καταηλιού”, έκανε το σταυρό του λέγοντας: “Αιντε στ’ όνο­μα του Θεού! Καλοξόδιαστα και τυχερά! Τ’ χρόν’ πλειότερα! Χίλια κιλά να δώσ’ ου Θεός. Αφεντικό! (το κιλό 22 οκάδες). Αμήν! Γεια στα χέρια σας. Και δύναμη να σας δίν’ ου Θιός” απαντούσε τ’ αφεντικό.
Κι ο πρωτεργάτης άρχιζε και θέριζε τόσο, όσο μπορούσε να φτιάσει ένα δεμάτι. Βάζοντας τις χεριές επάνω στ’ ανοιχτό δεματικό, τις έδενε κι έστηνε όρθιο το πρώτο δεμάτι με τα στάχυα κοιτάζοντας τον ουρανό. Το πρώτο αυτό δεμάτι, που το στόλιζαν με παπαρούνες κι αγριολούλουδα, θα έστεκε όρθιο σ’ όλη τη διάρκεια του θερισμού σαν προσφορά και θυσία του γεωργού στο Θεό, όπως έκαναν και οι αρχαίοι ικετεύοντας τη γη να είναι πάντοτε καλή κι απλόχερη μαζί τους.
Μεταφορά δεματιών σταριού με κάρο.
Τ’ αφεντικό κερνούσε τους θεριστάδες κι όλοι μαζί με τραγούδι άρχιζαν το θερισμό, αφήνοντας κάτω τις χεριές, που σχημάτιζαν τόσες σειρές, όσοι ήταν κι οι θεριστάδες. Ο μπακλατζής από κοντά έδενε τα δεμάτια με τον κλιτσινίκο, ξύλο λεπτό ως τριάντα πόντους, λίγο γυριστό και μυτερό στην άκρη.
Καθώς η μέρα προχωρούσε, η ζέστη δυνάμωνε κι ο ιδρώ­τας έσταζε από τα πρόσωπα, ενώ τα άγανα γρατσούνιζαν τα χέρια. Όλη την ώρα ακουγόταν ο μεταλλικός ήχος των δρε­πανιών πάνω στην καλαμιά.
Το μεσημέρι, όταν η ζέστη γινόταν αφόρητη, κάθονταν όλοι στον ίσκιο κάποιου κοντινού δέντρου για να ξεκουραστούν και να φάνε το φαγητό που ετοίμαζε η νοικοκυρά μαζί με το δροσερό σκορδάρι (ξίδι, σκόρδο κοπανισμένο και κρύο νερό). =άπλωναν μετά να κοιμηθούν για λίγο ώσπου να πέσει η ζέστη. Κι όταν ξυπνούσαν, αφού τρόχιζαν τα “λελέκια τους” (δρεπάνια) με το λαδάκονο, άρχιζαν τη δουλειά με το τραγούδι:
“Κάτω στους τρανούς τους κάμπους και στα πράσινα λιβάδια
έσπειρα σπυρί σιτάρι, φύτρωσε μαργαριτάρι
κι έβαλα περ’ σους εργάτες, έβαλα κι ένα λεβέντη
νια να δένει τα δεμάτια.”
Πολλά ήταν τα τραγούδια του θέρου. Τα θέματα τους ήταν παρμένα από τα βάσανα και τις πίκρες τής ζωής, από τους πόθους, τήν αγάπη και τον έρωτα.
Το μεροκάματο κρατούσε από τα χαράματα μέχρι το ηλιοβασίλεμα. Κι οι θεριστάδες αποκαμωμένοι από την κούραση τις απογευματινές ώρες, παρακαλώντας το ήλιο να βα­σιλέψει γρήγορα,τραγουδούσαν:
“Ήλιε μ’ τι αργοπόρησες, τι αργείς να βασιλέψεις;
σε καταργιέτι η αργατιά απού ξενοδουλεύει”.
Κι όταν ο ήλιος βασίλευε κι ήταν η ώρα να φύγουν, έκα­ναν με στάχυα ένα σταυρό, τον σκέπαζαν με πλάκα για να μη φυσήξει και τον πάρει ο αέρας και στο σημείο αυτό σταματούσαν το θέρισμα.
Την άλλη μέρα, που συνέχιζαν το θερισμό στο ίδιο χωράφι, έβγαζαν το σταυρό από την πλάκα, τον έβαζαν σε μια χεριά, και κάνοντας πάλι το σημείο του σταυρού για να έχουν τη βοήθεια του Θεού, άρχιζαν τη δουλειά τους.
Κι έτσι δουλεύοντας έφτανε η τελευταία μέρα του θερισμού, η οποία έπαιρνε χαρούμενο και πανηγυρικό χαρακτήρα. Στο τελευταίο χωράφι που θέριζαν άφηναν ένα μέρος αθέριστο για να κάνουν το “δράκο” κι έβγαιναν στον ίσκιο όπου ξάπλωναν λίγα λεπτά “για να βάίσουν τα σπαρτά της επόμενης χρονιάς από το βάρος των καρπών τους”. Σε λίγο σηκώνονταν με τα δρεπάνια και τις παλαμαριές κι έστηναν χορό γύρω από το δράκο. Ο πρωτοθεριστής, μπαίνοντας μέ­σα στο αθέριστο κομμάτι, ξερίζωνε τα πιο ψηλά και μεστωμένα στάχυα και τα έδινε στα κορίτσια για να πλέξουν το “Χτένι”και το “Σταυρό”. Και τα κορίτσια άρχιζαν να πλέκουν με τέχνη τραγουδώντας:
“Το δράκο μας τον πλέκουμε
κυρά μας κοσκινίζει
να φκιάσει πίττα και γλυκό
να σφάξει κοκοτσέλια”.
Υστερα οι θερισταδες άρχιζαν να θερίζουν το δράκο (δραξιά, δρακιά, χεριά). Γέμιζαν καλά τις παλαμαριές με μεγάλες χεριές για να γίνει χοντρό και βαρύ το δεμάτι του δράκου. Όσο γεμάτες ήταν οι χεριές τόσο πολύ και βαρύ θα ήταν το σιτάρι του νοικοκύρη την επόμενη χρονιά. Ο μπακλατζής (δεματάς) έδενε το δεμάτι, το έστηνε όρθιο και οι άλλοι το στόλιζαν με αγριολούλουδα και παπαρούνες. Το δεμάτι αυτό το έριχνε ο νοικοκύρης στ’ αλώνι που προοριζόταν για το σπόρο της άλλης χρονιάς.
Τελειώνοντας το δράκο ο θεριστάδες πετούσαν ψηλά και προς τα πίσω τα δρεπάνια τους με την ευχή “όσο ψηλά φτάνει ο λέλεκας τόσο ψηλά να γίνουν του χρόνου τα σιτάρια”.
Σε πολλά χωριά της περιοχής τα καλύτερα στάχυα τα ξερίζωναν ο γυναίκες, αφού πρώτα μια νεα έριχνε άφθονο νερό στις ρίζες τους, και τα στόλιζαν με αγριολούλουδα. Τα έδεναν κατόπιν με κόκκινη κλωστή σε τρία μέρη, στις ρίζες, στη μέση και στην κορυφή κοντά στα στάχυα, γιατί τρία είναι και τα πρόσωπα τής Αγίας Τριάδας.
Το “Δράκο” αυτόν τον έδιναν στο νοικοκύρη με τήν ευχή “Του χρόνου πλειότεοα να δώσει ο Θεός αφεντικό”. Κι ο νοικοκύρης τον έπαιρνε και τον έβαζε στο εικονοστάσι του σπι­τιού του, κάτω από τη θεϊκή προστασία. Εκεί παρέμενε ώσπου να ‘ρθει ο καιρός να τον τρίψουν με τις παλάμες τους και να τον ρίξουν στο σπόρο για τή νέα σπορά, ώστε να με­ταδώσει σ’ αυτόν τη γονιμοποιό του δύναμη.
Σε λίγο στο θερισμένο χωράφι έμενε μόνο η καλαμιά και τα δεμάτια συγκεντρωμένα σε μικροθημωνιές, που έμοιαζαν με ορθογώνιες πυραμίδες με εννέα ή δώδεκα δεμάτια η καθεμιά (γκουρτζούμια ή τσιρένια). Επάνω στο τελευταίο δεμά­τι έμπηγαν ένα πράσινο κλαδί. Με τον τρόπο αυτό στεφάνω­ναν το τέλος της πομπής του θερισμού και αποχαιρετούσαν Το χωράφι με χορούς και τραγούδια.
Στο σπίτι ο αποχαιρετισμός του θερισμού τελείωνε με τον “Κριτσμά”, το φαγοπότι με γλέντι, που κρατούσε ως τα μεσάνυχτα.
Ο Αλωνισμός
“Στρώσε ύστερα του υποταχτικούς της Δήμητρας να λιχνίσουν τ’ άγιο σιτάρι, μόλις πρωτοφανεί ο μέγας και φοβερός Ωρίωνας, σε τόπο που να το πιάνη καλά ο αέρας και σε καλοστρωμένο αλώνι. Κι αφού προσεχτικά μετρήσεις όλο σου το βιός, σιγούρεψε το σε αγγεία. Κι όταν τους καρπούς θα έχεις πια αποθηκέψει με ασφάλεια στο σπιτικό σου μέσα, τότε σου λέω να προμηθευτείς έναν εργένη υπηρέτη και δούλα οικονόμο δίχως παιδί γιατί η γυναίκα που έχει γίνει μά­να είναι επικίνδυνη. Να βρεις και σκύλο με δόντια κοφτερά και να τον τρέφεις δίχως τσιγκουνιές στο φαΐ του, μην τύχη και σου πάρει κάποια στιγμή κανείς το βιός σου, απ’ αυτούς που κοιμούνται την ημέρα. Σύναξε σανό και άχυρα, για να ‘χουν όλη τη χρονιά τα βόδια και τα μουλάρια σου. Κι ύστερα άφησε τους υποταχτικούς σου να χαλαρώσουν πια τα γόνα­τα και λύσε και τα βόδια.”
(Ησιόδου: Έργα και Ημέραι, στ. 597-608. Απόδοση στη νέα ελληνική των κειμένων του Ησιόδου Α. Ι. Γαβρίλη)
Η λαμπρότερη ιερουργία, μετά το θερισμό, ήταν ο αλωνισμός. Γραφική ή εικόνα του. Στον κάμπο φορτώνονταν τα δεμάτια σε ζώα ή σε κάρα και μεταφέρονταν στ’ αλώνια, όπου γίνονταν θημωνιές. Τ’ αλώνια, χωματένια και πλακόστρωτα, που ο λαός τα ήθελε μαρμαρένια, πρόβαλλαν στα ψηλώματα του κάθε χωριού, όπου φυσά ο αέρας. Χορταριασμένα όλο τον καιρό, σαν έφτανε η ώρα του αλωνισμού, καθαρίζονταν από τα αγριόχορτα. Τα χωματένια, βρέ­χονταν με νερό, σκεπάζονταν με λεπτό άχυρο και πατιούνταν με τα αργοκίνητα βόδια για να κολλήσει τ’ άχυρο αυτό στο χώμα και να δημιουργηθεί λεία και στερεά επιφάνεια. Σε μερικά χωριά αλείφονταν με βουνιά βοδιών όλο το αλώνι.
Στη μέση τ’ αλωνιού φάνταζε ο στέντζιρος, που ήταν ξύλο στρογγυλό και χοντρό, μπηγμένο κάθετα και βαθιά στη γη για να μην κουνιέται. Στο στο δεντρο εδεναν την τριχία, χοντρό σχοινί από αλογότριχα και μακρύ όση η ακτίνα του κύκλου τ’ αλωνιού.
Την ημέρα του αλωνισμού όλοι οι σπιτικοί βρίσκονταν στο πόδι από τα βαθιά χαράματα. Έστρωναν σ’ όλο το χώρο τ’ αλωνιού 100 – 120 μεγάλα δεμάτια σιταριού, απλωμένα χωρίς τα δεματικά τους, με το πρώτο δεμάτι όρθιο, στηριγμένο στο στέντζιρο σαν σημάδι αρχής του αλωνισμού. Και μόλις ανέτειλε ο ήλιος και οι κοφτερές ακτίνες του έψηναν τα στάχυα και την καλαμιά, έβαζαν ζεμένα τρία – τέσσερα και πέντε άλογα στ’ αλώνι, γαντζώνοντας τον κλούτσο της τριχιάς στη θηλιά, που είχε στο λαιμό του το πρώτο άλογο.
Πρώτος ο νοικοκύρης, κάνοντας το σταυρό του κι ανεμί­ζοντας το καμτσίκι, με μια φωνή “οτς – οτς – οτς, άιντε αλο­γάκια μου” ανάγκαζε τα ζώα ν’ αρχίσουν το γύρισμα επάνω στα απλωμένα δεμάτια.
Καθώς η τριχιά ξετυλιγόταν τα ζώα κάλυπταν με τους γύρους όλο τον κύκλο τ’ αλωνιού κι έσπαζαν κάτω από τη βαριά πατησιά τους τις καλαμιές. Κι όταν πάλι μαζευόταν η τριχιά στο στέντζιρο, ο αλωνιστής γυρνούσε τα ζώα στην αντί­θετη κατεύθυνση, περνούσε τον κλούτσο στο άλλο ζώο κι άρχιζε πάλι από την αρχή το γύρισμα των αλόγων στο αλώνι με το ξετύλιγμα και το επανατύλιγμα της τριχιάς.
Στην αρχή οι γύροι στο αλώνι γίνονταν με δυσκολία, σιγά – σιγά όμως οι καλαμιές συνθλίβονταν και τα ζώα με τη φωνή του αλωνιστή έτρεχαν όλο και πιο γρήγορα και λιάνιζαν συ­νεχώς με τα πόδια τους ό,τι είχε απομείνει ακέραιο από τα σταχοκάλαμα.
Σε μερικά από τα χωριά του Νομού στον αλωνισμό χρησιμοποιούσαν τη βαριά δοκάνη. Ήταν ένα είδος σβάρνας, που την έσερναν δυο βόδια ή ένα άλογο πάνω από τα απλωμένα δεμάτια του σιταριού στ’ αλώνι. Σ’ όλη την κάτω επιφάνεια της δοκάνης ήταν καρφωμένες τεχνικά κοφτερές τσακμακό­πετρες από χαλαζία ή δόντια κοφτερά από λεπίδες σιδηρένιες.
Με υπομονή τ’ αργοκίνητα βόδια έσερναν τη δοκάνη όλη μέρα, οδηγούμενα από τον αλωνιστή με τη σουβλερή βου­κέντρα, ώσπου να γίνει άχυρο η καλαμιά. Και με τα δικράνια οι αλωνιστάδες γύριζαν και ξαναγύριζαν την καλαμιά κι εκείνη συνεχώς μετατρέπονταν σε λεπτό άχυρο.
Αλωνισμός με πατόζα
Μέσα στην κάψα του τηλεμεσήμερου ξέζευαν τα ζώα, τα πότιζαν και τα έδιναν την ταή τους. Κάτω από το τσαρδάκι τους κάθονταν κι οι νοικοκυραίοι να φάνε το λιτό φαγητό τους και να ξεκουραστούν για λίγο.
Μετά την ανάπαυση με καινούριες δυνάμεις όλοι μαζί οι σπιτικοί με τα δικράνια και τις ξύλινες τζουγκράνες αφαιρούσαν το χοντρό άχυρο και ξανάρχιζαν τον αλωνισμό έως ότου γίνει κάλα το τρίψιμο των σταχυών και του άχυρου. Κι όταν έβλεπαν ότι όλα είχαν γίνει κανονικά, έβγαζαν τα ζώα από τ’ αλώνι και τα έστελναν στη βοσκή. Κι αυτοί με καρπολόγια, ξυλόφτυαρα και τσουγκράνες μάζευαν στο κέντρο τ’ αλωνιού το “λαμνί”, μίγμα σιταριού και άχυρου, σταυρώνοντας πρώτα τ’ αλώνι με βάση το στέντζιρα. Ένα πέταλο κι ένα σκόρδο έμπαινε τότε στην κορυφή του σωρού από τη νοικοκυρά “για να μη βασκαίνεται ο καρπός”.
Το λίχνισμα
Με το ηλιοβασίλεμα, μόλις άρχιζε το πρώτο φύσημα του αέρα, οι λιχνιστές, άντρας και γυναίκα, χαράζοντας στο λαμνί το σημείο του σταυρού, πετούσαν προς τα πάνω το μίγμα του άχυρου και του σιταριού με τα ειδικά καρπολόγια. Ο αέρας παρέσυρε το άχυρο κι άφηνε τους κόκκους του σιταριού να πέσουν στο αλώνι.
Όταν το λίχνισμα τελείωνε οι γυναίκες του σπιτιού κοσκίνιζαν το σωρό με το δερμόνι, μεγάλο αραιό κόσκινο, που άφηνε να πέφτει το σιτάρι καθαρό και να μένουν τα σκύβαλα και τα κότσαλα σ’ αυτό. Μετά το δερμόνισμα ο νοικοκύρης ανυπόμονος έμπηγε όρθιο το χερούλι του ξυλοφτυαρου στη μέση του σωρού για να υπολογίσει την παραγωγή του πρώτου αλωνιού κι από αυτό το μέτρημα κι όλη την παραγωγή της χρονιάς.
Το Λίχνισμα
Η μέρα τελείωνε. Μα η εργασία δεν σταματούσε εδώ. Έπρεπε να μεταφερθεί το σιτάρι στ’ αμπάρια του σπιτιού και τ’ άχυρο στον αχυρώνα ώστε να ετοιμαστεί τ’ αλώνι για το επόμενο αλώνισμα, ώσπου να τελειώσουν όλα τα δεμάτια από τις θημωνιές. Γονάτιζε γι’ αυτό ο νοικοκύρης μπροστά στο σωρό, γέμιζε το ξύλινο ταγάρι, που έπαιρνε 12 οκάδες σιτάρι, κι έτσι μετρώντας άδειαζε τον καρπό στα μάλλινα σακκιά, τα υφασμένα από τα χέρια της γυναίκας του στον αργαλειό της. Σε λίγο το σιτάρι ήταν ασφαλισμένο στ’ αμπάρια του σπιτιού και μετά απ’ αυτό και τ’ άχυρο στον αχυρώνα για την τροφή των ζώων το χειμώνα.
Όταν τελείωνε ο αλωνισμός όλων των σιτηρών της αγροτικής οικογένειας, η κορυφή του στέντζιρου στολίζονταν με μια σκούπα στεφανωμένη με κλαδιά και αγριολούλουδα. Κι ήταν σημάδι αποχαιρετισμού του αλωνιού, που πα­ρέμεινε ελεύθερο όλο το χρόνο για τα παιγνίδια των παιδιών της γειτονιάς και του χωριού.
Το δερμόνισμαΣήμερα τ’ αλώνια δεν χρησιμοποιούνται για τον αλωνισμό κι έπαψαν να υπάρχουν για τα παιγνίδια των παιδιών. Οι θεριστάδες δεν μεταχειρίζονται τα κοφτερά δρεπάνια τους κι οι θημωνιές δεν καρτερούν τη σειρά τους να αλωνιστούν. Όλα έχουν αντικατασταθεί με μηχανήματα κι ο γεωργός με μεγαλύτερη άνεση παίρνει αμέσως τον καρπό από το χωρά φι του. Και μόνο τα λίγα χορταριασμένα αλώνια, που απόμειναν στα πομακρυσμένα κι έρημα χωριά της ελληνικής υπαίθρου, θυμίζουν τη γραφικότητα της παλιάς εποχής μαζί με τα τραγούδια, που τόσο αγάπησε ο λαός:
Άντε ν’εκεί πέρα κι αντίπερα πέρα στα πέντε αλώνια μωρή κοντοπλεγμένη πέρα στα πέντε αλώνια κόρη αρραβωνιασμένη. Ν’ εκεί λιχνίζουν δώδεκα λιχνίζουν δεκαπέντε. Άιντε κόρη ξανθή ξεσκυβαλνάει με τη χρυσή τη βέργα. Κι η μάνα της την έλεγε κι η μάνα της τη λέει: Φεύγα κόρη μ π’ τον κουρνιαχτό μη σε μαυρίσ’ ο ήλιος. Ν’ εγώ τον ήλιο αγαπώ τον κουρνιαχτό ζηλεύω κι αυτόν τον πρώτο λιχνιστή τον έχω πρώτο φίλο.
Ο θερισμός και το αλώνισμα του σιταριού. Ο θερισμός του σιταριού γινόταν με χειρωνακτικό τρόπο τον Ιούνιο μήνα, που τον έλεγαν και «θεριστή». Κύριο εργαλείο για τον θερισμό ήταν το δρεπάνι. Κατά τον θερισμό συγκεντρώνονταν τα στάχυα κατ’ αρχάς σε μικρά δέματα, τα λεγόμενα «χερόβολα», κατόπιν από πολλά τέτοια χερόβολα γίνονταν τα μεγαλύτερα δέματα τα λεγόμενα «δεμάτια» και με τα ζώα μεταφέρονταν στις άκρες των αλωνιών και τοποθετούντο σε μεγάλους σωρούς, τις γνωστές «θημωνιές». Κατά τον θερισμό του σιταριού οι κάτοικοι του χωριού βιάζοντο να τελειώσει γρήγορα, γιατί, όπως και στην συγκομιδή του καλαμποκιού, εφοβούντο την αλλαγή του καιρού η αν έμεινε αθέριστο το χωράφι υπήρχε φόβος να πάθει ζημιά ο καρπός. Εδώ ίσχυε η παροιμία «θέρος, τρύγος, πόλεμος».
Το θέρισμα δεν διαρκούσε πολύ, γιατί γινόταν με βιασύνη, αλλά ούτε και πολλά σπαρτά με σιτάρι υπήρχαν. Διαρκούσε περί τις 4-5 ημέρες. Η παραγωγή, όπως και αλλού αναφέρεται, ήταν μικρή.
Στο τέλος του θερισμού και μετά το κουβάλημα στ’ αλώνια των «δεματιών» ακολουθούσε το αλώνισμα, που γινόταν τον Ιούλιο μήνα (Αλωνάρη) στ’ αλώνια του χωριού, που ήσαν στα άκρη του χωριού.
Το κάθε αλώνι ήταν ένας χώρος κυκλικός, επίπεδος και πλακόστρωτος, στο κέντρο του δε υπήρχε ένας στύλος ύψους 1,5 μ. περίπου όπου τον λέγανε «στήγερο». Τα στάχυα των δεμάτων απλώνονταν σ’ όλο σχεδόν το πλάτος του αλωνιού και κατόπιν από τον στύλο, που υπήρχε στο κέντρο, έδεναν 2 άλογα η μουλάρια με σχοινί, το ένα δίπλα στο άλλο κατά τέτοιο τρόπο με «λαιμαργιές», όπως τις έλεγαν, ώστε εύκολα να γυρίζουν γύρω στον στύλο μαζί, να μην μπορούν να φύγουν, αλλά και να μη σφίγγεται στο λαιμό τους. Τα συνταιριασμένα αυτά ζώα γύριζαν από το στύλο και τα δύο γιατί το άκρον του σχοινιού, που τα συγκρατούσε, ήταν δεμένο σε μια ξύλινη κουλούρα, περασμένη στο στύλο, που εύκολα γύριζε μαζί με τα περιστρεφόμενα ζώα, τα οποία πατούσαν τα στάχυα, πίσω τους δε ήταν ο λεγόμενος «Αλωνάρης», που κάπου- κάπου τα μαστίγωνε, σιγά βέβαια, φώναζε δε συγχρόνως, για να φοβούνται κι αυτά γύριζαν τρέχοντας. Έπαιρναν σαν αμοιβή το λεγόμενο «αλωνιστικό» σε είδος συνήθως (σιτάρι), εάν δεν γινότανε το αλώνισμα με (δανικά).
Όταν τελείωνε κατά το απόγευμα το αλώνισμα, έφευγε ο Αλωνάρης, το αφεντικό με την οικογένειά του μάζευε το περιεχόμενο του αλωνιού, το «λιώμα»,, όπως το λέγανε, κοντά στο στύλο σε σωρό και με άλλα εργαλεία, τα δικριάνια και τα φτυάρια άρχιζε το λίχνισμα, αν φυσούσε βέβαια. Ο αέρας ξεχώριζε τα άχυρα από τον καρπό, το σιτάρι. Μετά άρχιζε με το κόσκινο που είχε μεγάλες τρύπες, το κοσκίνισμα για τον καθαρισμό των σιταριών. Με το κοσκίνισμα ξεχώριζαν καθαρότατο πλέον τον καρπό από τυχόν ξένα μικροαντικείμενα. Στο τέλος το καθαρό πλέον σιτάρι το αποθήκευαν, στα κασόνια και ήταν πλέον έτοιμο για το μύλο. Τα υπολείμματα του αλωνιού μετά τον καθαρισμό του καρπού, τα άχυρα δηλαδή, τα κουβαλούσαν στους αχυρώνες, γιατί χρησίμευαν για τροφή των ζώων τον χειμώνα.
Τα δρεπάνια πλέον και τ’ αλώνια αποτελούν τα μεν πρώτα μνημειακά αντικείμενα, τα δε δεύτερα παραδοσιακούς τόπους. Τ’ αλώνια παραμένουν έρημα, βουβά και χωρίς ξεφωνητά. Είναι χωρίς στύλο και ερειπωμένα, γιατί η πλακόστρωσή τους άρχισε με την πάροδο του χρόνου και την αχρησία να αποσαθρώνεται, σε λίγα ακόμα χρόνια ακόμη μόνο ίχνη τους ίσως να υπάρχουν.

http://papageorgopoulos.blogspot.com/

Facebooktwitterpinterest

Στείλτε τις απορίες σας

Στείλτε τις απορίες σας στο Γιατρό - Συγγραφέα του παραπάνω άρθρου
  • This field is for validation purposes and should be left unchanged.