ΦΑΡΜΑΚΕΥΤΙΚΗ ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΣΧΙΖΟΦΡΕΝΕΙΑΣ

Facebooktwitterpinterest

Φαρμακολογία Υποδοχέων και Σχιζοφρένεια
Ντοπαμινεργικοί D2 υποδοχείς
Έχει βρεθεί ότι όλα τα αντιψυχωτικά φάρμακα, σε ποικίλους βαθμούς, ανταγωνίζονται τους υποδοχείς της ντοπαμίνης D2. Η παραδοσιακή αντιψυχωτική αποτελεσματικότητα έχει συνδεθεί με περίπου ή μεγαλύτερη από 70% κατοχή των D2 υποδοχέων μεταξύ 8 και 12 ωρών μετά από τη χορήγηση της δόσης, όπως παρουσιάζεται από μελέτες τομογραφίας εκπομπής ποζιτρονίων (PET). Αυτή η κατάληψη είναι οριακά υπεύθυνη για τις εξωπυραμιδικές αλλαγές και την αύξηση των επιπέδων της προλακτίνης. Επομένως, οι παρενέργειες αυτές παρατηρούνται συχνά στις χαμηλές θεραπευτικές δόσεις των φαρμάκων που ανήκουν σε αυτήν την κατηγορία. Η πρόσφατη έρευνα έχει ξεκαθαρίσει την αντίληψή μας για το σύστημα υποδοχέων της ντοπαμίνης D2.

Η κατοχή των υποδοχέων D2 σε ποσοστό 65% συνδέεται με την αρχική αποτελεσματικότητα (μη- βέλτιστη επίδραση)
Οι αυξήσεις στα επίπεδα της προλακτίνης πραγματοποιούνται σε ποσοστό 72% κατοχής των υποδοχέων D2 .
Εξωπυραμιδικές παρενέργειες παρατηρούνται σε ποσοστό 78% κατοχής των υποδοχέων D2. Η κατάληψη των υποδοχέων D2 αλλάζει την νευροαναλογία της ντοπαμίνης σε τέσσερις βασικές περιοχές εγκεφάλου:
Μεσολιμπικές επιδράσεις σχετίζονται με την αντιψυχωτική αποτελεσματικότητα.
Μεσοφλοιώδες μπλοκάρισμα, ιδίως όταν η κατάληψη των υποδοχέων D2 είναι εξαιρετικά υψηλή, μπορεί να οδηγήσει στην επιδείνωση των γνωστικών και αρνητικών συμπτωμάτων.
Επιδράσεις στα βασικά γάγγλια οδηγούν σε ΕΠΣ.
Υποφυσιοχοανικές επιδράσεις οδηγούν σε υπερπολακτιναιμία.

Προτεινόμενες στρατηγικές:

Τα φαρμακα που έχουν «χαλαρούς» δεσμούς δεν πρέπει να διακόπτονται απότομα, αλλά να γίνεται αργή παράλληλη αντικατάσταση τους. Το φαινόμενο επανεμφάνισης (rebound) μπορεί να εμφανιστεί ως αποτέλεσμα της γρήγορης απελευθέρωσης του υποδοχέα D2.
Όταν ένας ασθενής αλλάζει φάρμακο από έναν ισχυρό ανταγωνιστή του D2 υποδοχέα το με χαλαρούς δεσμού φάρμακο μπορεί να μην παρέχει ικανοποιητική επίδραση στον D2 υποδοχέα ώστε να μπορεί να αποτρέψει την δυσκινησία από απόσυρση ή την ψύχωση λόγω υπερευαισθησίας.
Στους ασθενείς που λαμβάνουν υψηλές δόσεις και μακροπρόθεσμη αντιψυχωτική θεραπεία, η αλλαγή σε μη-αντιψυχωτικές θεραπείες πρέπει να ολοκληρωθεί αργά (σε μία περίοδο περισσότερο από έξι έως οκτώ εβδομάδων), ειδικά εάν το φάρμακο έχει χαλαρούς δεσμούς με τον υποδοχέα D2.

Η αλλαγή από ένα φάρμακο χαλαρού δεσμού σε ένα άλλο απαιτεί τον προσεκτικό έλεγχο του ασθενή για υποτροπή της ψύχωσης, περιλαμβανομένης της επιδείνωσης προς το τέλος του διαστήματος χορήγησης της δόσης, ειδικά εάν τα φάρμακα χορηγούνται σε μια ημερήσια δόση.
Διαιρεμένες δόσεις θα πρέπει να χορηγούνται κατά τη διάρκεια της έναρξης ενός φαρμάκου «χαλαρού» δεσμού, και η αλλαγή σε μια θεραπευτική αγωγή μίας ημερήσιας δόσης θα πρέπει ξεκινάει μόνο όταν η κατάσταση του ασθενή είναι κλινικά σταθεροποιημένη.

Σεροτονεργικοί Υποδοχείς

Η επιτυχία της κλοζαπίνης οδήγησε τους ερευνητές στο να αναζητήσουν εύλογους φαρμακολογικούς μηχανισμούς για την «αινιγματική» της ατυπικότητα. Σύμφωνα με τους Meltzer et al, το κεντρικό φαρμακολογικό προφίλ για την ατυπικότητα είναι η υψηλή αναλογία αποκλεισμού υποδοχέων σεροτονίνης (5-υδροξιτριπταμίνη [5-HT]) 2α : D2 , η οποία καταλήγει σε έναν λειτουργικό ανταγωνισμό των ανεπιθύμητων ενεργειών που ρυθμίζεται από τον ανταγωνισμό των D2 υποδοχέων στο ραβδωτό, καθώς επίσης και από τα ευεργετικά θεραπευτικά αποτελέσματα στις μεσοφλοιικές οδούς.

Η απελευθέρωση των νευρώνων ντοπαμίνης, ως συνέπεια της σεροτονεργικής αναστολής από τον αποκλεισμό των μετασυναπτικών 5-HT2α υποδοχέων οδηγεί σε αυξημένη μεταβίβαση στο ραβδωτό και στο φλοιό, γεγονός που αποτρέπει τα ΕΠΣ, απαλύνει τα αρνητικά συμπτώματα και βελτιώνει τη γνωστική λειτουργία. Μία ανανεωμένη θεωρία του Meltzer έχει προταθεί από τους Kapur και Remington, προτείνοντας ότι η κατάληψη των υποδοχέων 5- HT2a και D2, όπως μετρήθηκε με την PET, αποτελούν δυνητικά ανεξάρτητες αλλά αλληλεπιδρούσες διαστάσεις της αντιψυχωτικής δράσης. Οι αντιψυχωτικοί παράγοντες που ενεργούν ως μερικοί αγωνιστές στους υποδοχείς 5-HT1α, περιλαμβανομένης και της ζιπρασιδόνης (αυτός ο παράγοντας δρα εντονότερα από την κλοζαπίνη αλλά και από την κουετιαπίνη, οι οποίοι έχουν ίση αγωνιστική δράση στους υποδοχείς 5-HT1α), οδηγούν σε αυξημένη απελευθέρωση ντοπαμίνης στις φλοιικές περιοχές. Επιπλέον, αυτή η σεροτονεργική αγωνιστική επίδραση, όταν συνδυάζεται με την ανταγωνιστική επίδραση στον υποδοχέα 5-HT2α, μιμείται τις αντικαταθλιπτικές και αγχολυτικές δράσεις πολλών ευρέως χρησιμοποιημένων ψυχοτρόπων παραγόντων (π.χ., εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης [SSRIs], νεφαζοδόνη και μπουσπιρόνη).

Το διεγερτικό σύστημα του γλουταμινικού αμινοξέος

­Οι NMDA γλουταμινεργικοί ανταγωνιστές, όπως η φαινκυκλιδίνη και η κεταμίνη, μπορεί να προκαλέσουν ψύχωση και διαταραχές συμπεριφοράς που έχουν πολλά χαρακτηριστικά γνωρίσματα παρόμοια με τη σχιζοφρένεια, περιλαμβανομένων ψευδαισθήσεων, διαταραχών μνήμης, και αρνητικών συμπτωμάτων. Αυτή η κατάσταση υπολειτουργίας του NMDA, χαρακτηριζόμενη από μειωμένη μετωπιαία λειτουργία και αυξημένη δραστηριότητα μεσεγκεφάλου, έχει προταθεί ως μοντέλο της σχιζοφρένειας. Αυτό το μοντέλο υποθέτει ότι η υπολειτουργία των υποδοχέων glutamate μπορεί να παρεμβαίνει γενετικά ή περιβαντολογικά νωρίς στη ζωή και να εκφράζεται με τις αλλαγές ωρίμανσης στον εφηβικό εγκέφαλο. Η υπολειτουργία των υποδοχέων NMDA προκαλεί ανωμαλία στη ρύθμιση των διεγερτικών υποδοχέων ακετυλοχολίνης και γλουταμάτης στον εγκεφαλικό φλοιό. Ο υπερ-ερεθισμός ή υπο-ερεθισμός των μετασυναπτικών υποδοχέων στη συνέχεια προκαλεί διαταραχές τόσο στη σκέψη όσο και στη συμπεριφορά, ενώ μπορεί επίσης να προκαλέσει την τοξική ζημιά εάν η έκθεση είναι παρατεταμένη.

Ανδρενεργικοί υποδοχείς

Ο α-αδρενεργικός υποδοχέας έχει αποτελέσει αντικείμενο πρόσφατου ενδιαφέροντος ως ένας πιθανός μεσολαβητής της αντιψυχωτικής επίδρασης, με το συγκεκριμένο ενδιαφέρον να στρέφεται στον ανταγωνιστικό ρόλο του α2-αδρενεργικού υποδοχέα που παίζει στην αύξηση της παραγωγής ντοπαμίνης στο φλοιό. Η χορήγηση ενός ανταγωνιστή του α2-αδρενοϋποδοχέα (ιδαζοξάνη) σε ποντίκια που αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με έναν ισχυρό ανταγωνιστή της ντοπαμίνης D2-υποδοχέων (ρακλοπρίδη) οδήγησε σε αύξηση απελευθέρωσης ντοπαμίνης στο φλοιό έναντι των ποντικιών που τους χορηγήθηκε μόνο ρακλοπρίδη. Σε ένα συμπεριφορικό μοντέλο αντιψυχωτικής αποτελεσματικότητας, ο ανταγωνισμός των α2-αδρενοϋποδοχέων οδήγησε σε σημαντικά χαμηλότερη δόση ρακλοπίδης ως αντίδραση απάντησης από ότι μόνο με την ρακλοπίδη. Η αναλογία συγγένειας α2c-αδρενοϋποδοχέα και D2-υποδοχέων έχει προταθεί ως σημαντική νέα παράμετρος στον προσδιορισμό των φαρμάκων με ενδεχόμενες άτυπες ιδιότητες.

Μουσκαρινικοί Υποδοχείς

Η ανταγωνιστική δράση στους υποδοχείς μουσκαρίνης συνδέεται με τη μειωμένη εμφάνιση ΕΠΣ κατά τη χορήγηση των αντιψυχωτικών παραγόντων. Η ανταγωνιστική δράση στους μουσκαρινικούς Μ1 υποδοχείς συνδέεται επίσης με τις αντιχολινεργικές παρενέργειες, οι οποίες απεικονίζονται στα κλασσικά συμπτώματα ατροπίνης. Πιο συγκεκριμένα, για τους ασθενείς με σχιζοφρένεια, οι αντιμουσκαρινικές επιδράσεις μπορεί να οδηγήσουν σε ανεπιθύμητες ενέργειες στη μνήμη και σε άλλες γνωστικές λειτουργίες. Οι εκτιμήσεις για την πιθανότητα πρόκλησης παρενεργειών λόγω της αντιμουσκαρινικής Μ1 δράσης των αντιψυχωτικών φαρμακευτικών αγωγών χρησιμοποιώντας μόνο μετρήσεις συγγένειας με in vivo μεθόδους είναι παραπλανητικές, επειδή οι δράσεις της μουσκαρίνης διαμορφώνονται από τους σεροτονεργικούς και άλλους χολινεργικούς υποδοχείς που επηρεάζονται δυνητικά από τα αντιψυχωτικά φάρμακα.

Νευροπεπτίδια: νευροτενσίνη και ουσία P

Τα νευροπεπτίδια, περιλαμβανομένων της νευροτενσίνης, της εγκεφαλίνης και της ουσίας P, έχουν υποδειχθεί ως συστήματα νευροδιαβιβαστών που ενέχονται στη σχιζοφρένεια. Η σχετικότητα αυτών των νευροδιαβιβαστών σε κλινικό πλαίσιο, και συγκεκριμένα στην περίπτωση αλλαγής των αντιψυχωτικών φαρμάκων δεν έχει διευκρινιστεί ακόμα, αλλά η μελλοντική έρευνα μπορεί να προσδιορίσει τις διαφορετικές επιδράσεις των διαθέσιμων φαρμάκων που διαμεσολαβούνται μέσω ενός ή περισσότερων από αυτά τα συστήματα. Συγκεκριμένα, ανταγωνισμός της νευροτενσίνης παρατηρείται με τους αντιψυχωτικούς παράγοντες και εμφανίζεται να επηρεάζεται διαφορετικά από τους άτυπους αντιψυχωτικούς παράγοντες έναντι των κλασσικών αντιψυχωτικών παραγόντων. Η νευροτενσίνη είναι εντοπισμένη στους ντοπαμινεργικούς νευρώνες. Σε μία μελέτη, η αλοπεριδόλη, αλλά όχι η κλοζαπίνη ή η ολανζαπίνη, προκάλεσαν αύξηση στις συγκεντρώσεις της νευριτενσίνης στο ραβδωτό. Η κλοζαπίνη και ολανζαπίνη, εντούτοις, επηρέασαν τις συγκεντρώσεις της νευροτενσίνης στον επικλινή πυρήνα.

Φαρμακευτικές θεραπείες σχιζοφρένειας

Περίπου τρία τέταρτα των ασθενών που αλλάζουν αγωγή από το ένα αντιψυχωτικό φάρμακο σε άλλο, το κάνουν για λόγους σχετικούς με την αποτελεσματικότητα της θεραπείας. Στο παρελθόν, ο πιο συχνός λόγος που σχετιζόταν με την αποτελεσματικότητα για την αλλαγή θεραπείας από ένα αντιψυχωτικό σε ένα άλλο, ήταν τα επίμονα θετικά συμπτώματα. Αν και τα επίμονα θετικά συμπτώματα έχουν παραμείνει μία από τις κύριες ενδείξεις αποτελεσματικότητας για την αλλαγή φαρμακευτικών αγωγών, πιο πρόσφατα υπάρχει αυξανόμενη συνειδητοποίηση των διαφορών πάνω στο πώς ανταποκρίνεται ο κάθε ασθενής στις συγκεκριμένες φαρμακευτικές αγωγές από άποψη αρνητικών, γνωστικών και συναισθηματικών συμπτώματα. Επομένως, μια εξήγηση για την άνοδο των ποσοστών αλλαγής φαρμακευτικών αγωγών στους εξωτερικούς ασθενείς που η κατάστασή τους παραμένει σταθερή, αποτελεί το γεγονός ότι το ευρύτερο φάσμα αποτελεσματικότητας των νεότερων φαρμάκων επιτρέπει περισσότερες ευκαιρίες, ώστε να καλυφθούν οι μέχρι τώρα ανικανοποίητες ανάγκες του ασθενή.

Το υπόλοιπο ένα τέταρτο αλλάζουν φαρμακευτικές αγωγές κυρίως λόγω των μη ανεκτών παρενεργειών. Όταν τα άτυπα αντιψυχωτικά φάρμακα εμφανίστηκαν αρχικά, η μεγάλη πλειοψηφία τέτοιου τύπου αλλαγών των φαρμάκων γινόταν με σκοπό να μειώσουν το μέγεθος των ΕΠΣ (π.χ., ακαθησία και παρκινσονικές παρενέργειες). Οι γιατροί επίσης ενημερώνονται περισσότερο για τις μεταβολικές ανωμαλίες που συνδέονται με μερικά από τα άτυπα αντιψυχωτικά φάρμακα, ειδικά την κλοζαπίνη και την ολανζαπίνη, και επίσης αλλάζουν την θεραπεία με ένα άλλο αντιψυχωσικό φάρμακο, ως αποτέλεσμα της αύξησης των επιπέδων τριγλυκεριδίων και χοληστερόλης, ή εξαιτίας στοιχείων που αποδεικνύουν την ύπαρξη λανθάνοντος ή εκδηλωμένου διαβήτη.

Αλλαγή θεραπείας για τα θετικά συμπτώματα

Εξατομικευμένες μελέτες αποτελεσματικότητας έχουν δείξει ότι η κλοζαπίνη παραμένει το μοναδικό πιο αποτελεσματικό αντιψυχωτικό φάρμακο για τα αντιστεκόμενα στην θεραπεία θετικά συμπτώματα. Μετά από την κλοζαπίνη, τα πέντε πρώτης γραμμής άτυπα αντιψυχωτικά φάρμακα (η ολανζαπίνη, η αριπιπραζόλη, η ρισπεριδόνη, η κουετιαπίνη και η ζιπρασιδόνη) είναι κατά προσέγγιση ίσα μεταξύ τους και με την αλοπεριδόλη, όσον αφορά στην αποτελεσματικότητα στα θετικά συμπτώματα, τουλάχιστον όταν λαμβάνονται υπόψιν σε σχέση με τον μέσο όρο της ανταπόκρισης των ομάδων των ασθενών. Επομένως, η κλοζαπίνη είναι η τελευταία «στάση» όταν γίνεται αλλαγή θεραπείας για λόγους αποτελεσματικότητας. Ακόμα κι αν η κλοζαπίνη μπορεί να είναι μια μακρινή επιλογή για οποιονδήποτε εξετάζει την πιθανότητα αλλαγής φαρμακευτικής αγωγής, πρέπει να θεωρηθεί ως ο ακρογωνιαίος λίθος. Αυτό το χαρακτηριστικό της κάνει την κλοζαπίνη να είναι αυτό το αντιψυχωτικό φάρμακο που ο γιατρός θα πρέπει τελικά να συστήσει, εάν οι άλλες προσπάθειες στην αλλαγή θεραπείας μεταξύ της πρώτης γραμμής αντιψυχωτικών αποτύχουν να ελέγξουν τα επίμονα θετικά συμπτώματα.

Αλλαγή θεραπείας για τα γνωστικά και αρνητικά συμπτώματα

Η βελτίωση των γνωστικών συμπτωμάτων πρόσφατα έχει συνδέσει τα θετικά και τα αρνητικά συμπτώματα ως μια ένδειξη για αλλαγή θεραπείας. Η πιθανότητα ότι υπάρχουν μεμονωμένα γνωστικά προφίλ για τα διαφορετικά πρώτης γραμμής, άτυπα αντιψυχωσικά φάρμακα θα άνοιγε μια εξ ολοκλήρου νέα προσέγγιση στη διαδικασία της αποτελεσματικότητας για την επιλογή αντιψυχωτικών φαρμάκων, που θα ταίριαζαν καλύτερα με το γνωστικό προφίλ ενός συγκεκριμένου ασθενή. Ενώ οι βελτιώσεις, ιδιαίτερα στα αρνητικά συμπτώματα, μπορεί να αναμένονται μετά από την αλλαγή από ένα συμβατικό παράγοντα σε έναν άτυπο αντιψυχωσικό παράγοντα, τα οφέλη στα αρνητικά συμπτώματα μπορεί επίσης να φανούν και στους ασθενείς που αλλάζουν θεραπεία από ένα άτυπο αντιψυχωσικό παράγοντα σε έναν άλλο. Εάν η προηγούμενη φαρμακευτική αγωγή γίνεται με συμβατικά ή άτυπα αντιψυχωτικά φάρμακα, αυτό δεν φαίνεται να επηρεάζει το μέγεθος της ανταπόκρισης των συμπτωμάτων στα φάρμακα – οι ασθενείς που αλλάζουν την θεραπεία από τα πρώτης γραμμής άτυπα αντιψυχωσικά παρουσιάζουν τόση βελτίωση όση και αυτοί που αλλάζουν θεραπεία από τα συμβατικά φάρμακα.

Η φαρμακολογική εξήγηση για τη διαφοροποιημένη αποτελεσματικότητα είναι άγνωστη. Δεν υπάρχουν συγκεκριμένοι βιολογικοί προάγγελοι της ανταπόκρισης στη θεραπεία, και δεν υπάρχει αυτήν την περίοδο κανένας καλός τρόπος που θα μπορούσε να προβλέψει από πριν ποιός θα ανταποκριθεί σε ποιά φαρμακευτική αγωγή. Ο μόνος τρόπος που θα μας επέτρεπε να προβλέψουμε είναι να έχουμε ένα προηγούμενο ιστορικό έκθεσης σε μία πλήρη θεραπευτική δοκιμή, κάτι το οποίο δεν είναι συνήθως δυνατό στην καθημερινή κλινική πρακτική. Ευτυχώς, στο εγγύς μέλλον, η πρόοδος της φαρμακογενετικής θα δώσει την ευκαιρία στους συγκεκριμένους ασθενείς να βρούν το αντιψυχωτικό φάρμακο που τους αντιστοιχεί. Μέχρι τότε, λοιπόν, η διαδικασία αυτή θα είναι μια διαδικασία δοκιμής και λάθους, και περιλαμβάνει το στοιχείο της τύχης για την επιλογή του πιο αποτελεσματικού αντιψυχωτικού φαρμάκου συντομότερα παρά αργότερα.

Αλλαγή θεραπείας για βελτίωση των παρενεργειών

Πριν από την εισαγωγή των άτυπων αντιψυχωτικών φαρμάκων, οι νευρολογικές παρενέργειες ήταν μακράν το πιο επιβαρυντικό πρόβλημα. Ενώ τα νεότερα αντιψυχωτικά φάρμακα είναι σε γενικές γραμμές πιο βελτιωμένα από άποψη νευρολογικών παρενεργειών (δηλ. ΕΠΣ), υπάρχει μεγαλύτερη συνειδητοποίηση των σοβαρών συνεπειών της αύξησης του σωματικού βάρους και των μεταβολικών παρενεργειών που συνδέονται με μερικές, αλλά όχι όλες, νεότερες φαρμακευτικές αγωγές. Επιπλέον, σε σύγκριση με τους ασθενείς που έκαναν θεραπεία με τα παλαιότερα φάρμακα, οι ασθενείς που κάνουν θεραπεία με τα νεότερα αντιψυχωτικά φάρμακα είναι λιγότερο πιθανό να παρουσιάζουν τις πιο σοβαρές μορφές ΕΠΣ, αλλά παραμένουν ακόμα μερικοί ασθενείς που έχουν πιο έντονες μορφές υποκειμενικών ή συμπεριφορικών ΕΠΣ, ή ακαθησία. Παρ’όλα αυτά, καθώς το μέγεθος των ΕΠΣ μειώνεται από την συνηθισμένη χρήση των νεότερων φαρμάκων, το σχετικό μέγεθος των παρενεργειών έχει μετατοπιστεί από τις νευρολογικές παρενέργειες (ΕΠΣ) σε άλλα προβλήματα, όπως η αύξηση σωματικού βάρους, η οποία συνδέεται με τα σχετικά με αυτό προβλήματα υγείας, η καταστολή, και η σεξουαλική δυσλειτουργία.

Μειώνοντας την αντιχολινεργική επιβάρυνση

Η χορήγηση αντιχολινεργικών φαρμάκων στη θεραπεία της σχιζοφρένειας έχει συνδεθεί με καθυστερημένη ανταπόκριση στην αντιψυχωτική θεραπεία, προβλήματα μνήμης και προσοχής. Επιπλέον, πολλές από τις περιφερικές αντιχολινεργικές παρενέργειες προκαλούν δυσφορία στους ασθενείς. Σε μια έρευνα που έγινε σε ασθενείς που έπαιρναν συμβατικά αντιψυχωτικά φάρμακα διαπιστώθηκε ότι οι αντιχολινεργικές παρενέργειες ήταν δεύτερες μετά από τα ΕΠΣ, χαρακτηρίστηκαν ως αυτές που προκαλούσαν την πιο μεγάλη δυσφορία και συνδέονται με την αντιψυχωτική θεραπεία. Με την αυξανόμενη γνώση των προβλημάτων που συνδέονται με τη χορήγηση αντιχολινεργικών φαρμάκων και τη σπουδαιότητα της βελτίωσης της γνωσιακής ικανότητας, πολλοί γιατροί πλέον αποφεύγουν συνειδητά όποτε είναι δυνατό τη χορήγηση μακροπρόθεσμης αντιχολινεργικής θεραπείας.

Αντιστρέφοντας την αύξηση σωματικού βάρους

Η παχυσαρκία εξελίσσεται με γρήγορους ρυθμούς σε μια επιδημία στη δημόσια υγεία. Για τους ασθενείς με σχιζοφρένεια, που μπορεί ήδη να έχουν κακή υγεία, οι επιπρόσθετοι κίνδυνοι που συνδέονται με την αύξηση του σωματικού βάρους πρέπει να αποφευχθούν όποτε αυτό είναι δυνατόν. Αν και η αύξηση του σωματικού βάρους είναι προφανής και εύκολο να μετρηθεί, οι σημαντικές αυξήσεις του σωματικού βάρους συνοδεύονται συχνά από αλλαγές στο μεταβολισμό των λιπιδίων και της πίεσης, και αυξάνουν τον κίνδυνο πρόκλησης πολλών ιατρικών προβλημάτων, συμπεριλαμβανομένου και του διαβήτη.

Μεταξύ των πρώτης-γραμμής άτυπων παραγόντων, η ολανζαπίνη αναφέρθηκε ότι έχει την μεγαλύτερη δυνατότητα να προκαλέσει αύξηση του σωματικού βάρους, και ακολούθησε η κουετιαπίνη και η ρισπεριδόνη, που και τα δύο συνδέονται με μετριότερη αύξηση σωματικού βάρους, που υπερβαίνει αυτή της αλοπεριδόλης και άλλων υψηλής ισχύος συμβατικών αντιψυχωτικών φαρμάκων. Η εισαγωγή της ζιπρασιδόνης και αργότερα, η εισαγωγή της αριπιπραζόλης εδώ και μερικά χρόνια δηλώνει ότι πλέον διαθέτουμε φαρμακολογικές επιλογές, οι οποίες μπορούν τελικά να αναστρέψουν αυτήν την ενοχλητική τάση. Η αύξηση του σωματικού βάρους, που συνδέεται με την ολανζαπίνη και σε μικρότερο βαθμό με τη ρισπεριδόνη, παρουσιάζεται συχνά αμέσως μετά από την έναρξη της θεραπείας.

Μειώνοντας την επιβάρυνση της καταστολής

Βραχυπρόθεσμα, η καταστολή μπορεί να είναι μια επιθυμητή θεραπευτική επίδραση. Παρ’ όλα αυτά, μακροπρόθεσμα, η επίμονη καταστολή μπορεί να παρεμποδίσει τη γνωστική ικανότητα, και την κοινωνική και επαγγελματική λειτουργικότητα. Η καταστολή είναι μια παρενέργεια που σχετίζεται με την δοσολογία, και, μπορεί επίσης να εμφανιστεί προσωρινά κατά τη διάρκεια των πρώτων εβδομάδων ή των μηνών που ο ασθενής λαμβάνει ένα νέο φάρμακο. Όταν η καταστολή επιμένει πέρα από αυτήν την περίοδο και δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την μείωση των δόσεων, τότε αποτελεί έναν κατάλληλο στόχο για την αλλαγή των αντιψυχωτικών φαρμάκων. Τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα άτυπα αντιψυχωτικά φάρμακα προκαλούν πολύ μικρότερη καταστολή από άλλα.

Μειώνοντας τους μεταβολικούς κινδύνους

Η πιθανότητα για μεταβολικές και άλλες παρενέργειες με τη χορήγηση άτυπων αντιψυχωτικών φαρμάκων έχει αφυπνίσει τους ψυχιάτρους και άλλους γιατρούς ψυχικής υγείας ώστε να εστιάσουν περισσότερο στη σωματική καθώς επίσης και στην ψυχική υγεία των ασθενών τους. Όταν υπάρχει μια συνεχόμενη αύξηση στα λιπίδια ή τη χοληστερόλη και συνδέεται με ένα από αυτά τα αντιψυχωτικά φάρμακα, η αλλαγή παράγοντα μπορεί να είναι ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος για να μειωθούν ή ακόμα και να ομαλοποιηθούν αυτοί οι μεταβολικοί παράγοντες επικινδυνότητας.

Αντιμετώπιση των επιδράσεων της προλακτίνης

Οι κλινικές επιδράσεις της υπερπρολακτιναιμίας είναι εν δυνάμει σοβαρές και περιλαμβάνουν την γαλακτόρροια, την αμηνόρροια, την υποοιστρογεναιμία, και άλλες καταστάσεις. Οι μελέτες αλλαγής παραγόντων σε: ολανζαπίνη, κουετιαπίνη, ζιπρασιδόνη και αριπιπραζόλη παρουσίασαν ομαλοποίηση των επιπέδων της προλακτίνης στον ορό στους ασθενείς που άλλαξαν τη θεραπεία από τα συμβατικά αντιψυχωτικά φάρμακα ή την ρισπεριδόνη. Ακόμα και αν ο κύριος στόχος της αλλαγής της θεραπείας δεν είναι σχετικός με την προλακτίνη, η προσδοκία συνέχισης της έμμηνης ρύσης θα πρέπει να συζητηθεί για τις γυναίκες που αλλάζουν θεραπεία από έναν παράγοντα που αυξάνει την προλακτίνη σε έναν άλλο που την διατηρεί σε φυσιολογικά επίπεδα.

Facebooktwitterpinterest

Στείλτε τις απορίες σας

Στείλτε τις απορίες σας στο Γιατρό - Συγγραφέα του παραπάνω άρθρου
  • This field is for validation purposes and should be left unchanged.