Διαιτητική Αντιμετώπιση Πεπτικού Έλκους

Διαιτητική Αντιμετώπιση Πεπτικού Έλκους Facebooktwitterpinterest

Παλαιότερα οι ασθενείς με πεπτικό έλκος περιορίζονταν σε «ήπια δίαιτα» (bland diet) και ενθαρρύνονταν να καταναλώνουν μικρές ποσότητες τροφής σε συχνά γεύματα, κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η παραπάνω δίαιτα περιόριζε τα τρόφιμα που περιέχουν καφεΐνη, πιπέρι και άλλα καρυκεύματα, περιλάμβανε χαμηλή περιεκτικότητα φυτικών ινών, υπερβολική ποσότητα γάλακτος και τρόφιμα πολτοποιημένα ή σε μορφή πουρέ για την αποφυγή του μηχανικού ερεθισμού του έλκους.

Η δίαιτα αυτή βασιζόταν σε κλινικές κυρίως παρατηρήσεις, ανάλογα με το πόσο ανεκτά ήταν τα διάφορα τρόφιμα από τους ασθενείς.  Αν και οι «ήπιες δίαιτες» χρησιμοποιήθηκαν για πολλές δεκαετίες, δεν υπήρξαν αξιόλογες επιστημονικές έρευνες, που να δικαιολογούν τη χορήγησή τους και η αποτελεσματικότητά τους περιορίζεται σε κάποιο ψυχολογικό όφελος που πιθανώς να έχουν οι ασθενείς ακολουθώντας αυτές.

Οι διαιτητικές συστάσεις στο πεπτικό έλκος στοχεύουν στην πρόληψη της υπερβολικής έκκρισης γαστρικού οξέος και στη μείωση των συμπτωμάτων της νόσου. Συνήθως, συστήνονται ελαφρές τροποποιήσεις στη συνήθη δίαιτα των ασθενών, βασισμένες στις δυσανεξίες του καθενός. Τα φάρμακα αποτελούν τον ακρογωνιαίο λίθο της θεραπείας της νόσου.

Η σύγχρονη διαιτητική θεραπεία στοχεύει στον περιορισμό α) της έκκρισης γαστρικού οξέος β) της επιδείνωσης των συμπτωμάτων και γ) της βλάβης του οισοφαγικού, γαστρικού και δωδεκαδακτυλικού βλεννογόνου.
Η προσέγγιση της διαίτας για το πεπτικό έλκος πρέπει να γίνεται εξατομικευμένα και να λαμβάνει υπόψη όλους εκείνους τους διαιτητικούς παράγοντες που έχουν, κατά καιρούς, μελετηθεί για την επίδραση τους στη νόσο, οι κυριότεροι από τους οποίους παρατίθενται στη συνέχεια.

Γάλα και γαλακτοκομικά προϊόντα.  Παλιότερα το γάλα κατείχε σημαντική θέση στη δίαιτα των ελκοπαθών, γιατί είχε εκφραστεί η άποψη ότι λόγω της αλκαλότητάς του εξουδετερώνει το γαστρικό οξύ, καθώς και ότι εξουδετέρωνε το ήδη υπάρχον, στο στομάχι οξύ.  Εντούτοις από πολλές μελέτες προέκυψε ότι το γάλα (πλήρες, χαμηλό σε λιπαρά και άπαχο), παρά την αλκαλότητα του προκαλεί αύξηση της γαστρικής έκκρισης για διάστημα 2-3 ωρών μετά τη λήψη του. Η παρατηρούμενη αύξηση της έκκρισης οξέος ίσως οφείλεται στην πρωτεΐνη του γάλακτος ή στο ασβέστιο, μέσω αύξησης στην παραγωγή γαστρίνης και ακετυλοχολίνης. Σε μια πρόσφατη επιδημιολογική μελέτη βρέθηκε μια αρνητική συσχέτιση ανάμεσα σε γαλακτοκομικά προϊόντα, που είχαν υποστεί ζύμωση (συνεπώς όχι το γάλα) και στον κίνδυνο ανάπτυξης πεπτικού έλκους, συσχέτιση η οποία δεν ισχύει σε καπνιστές.
Σημαντικά επίσης θεωρούνται τα αποτελέσματα ερευνών που βρήκαν ότι οι λακτοβάκιλλοι και η καζεΐνη αναστέλλουν την ανάπτυξη του ελικοβακτηριδίου του πυλωρού, η σημασία του οποίου στην ελκογένεση είναι γνωστή.

Φυτικές ίνες.  Παραδοσιακά, οι δίαιτες για τη θεραπεία του έλκους ήταν χαμηλής περιεκτικότητας σε φυτικές ίνες.  Παρ’ όλα αυτά έχει διατυπωθεί σήμερα η άποψη ότι οι δίαιτες πλούσιες σε φυτικές ίνες, ασκούν προστατευτική δράση στο βλεννογόνο, αποτρέποντας τη δημιουργία έλκους.  Η άποψη αυτή βασίζεται σε παρατηρήσεις ότι η εξέλκωση του δωδεκαδάχτυλου είναι σπάνια σε γεωγραφικές περιοχές όπου ακατέργαστα δημητριακά αποτελούν την επικράτουσα πηγή υδατανθράκων.  Η προτεινόμενη ερμηνεία για τη δράση αυτή των φυτικών ινών είναι ότι οι φυτικές ίνες δεσμεύουν τα χολικά οξέα και επιταχύνουν το χρόνο μεταφοράς των τροφών στο έντερο, ελαττώνοντας έτσι την έκκριση οξέος και το χρόνο έκθεσης του βλεννογόνου στο οξύ.
Μια άλλη θεωρία υποστηρίζει ότι η αυξημένη έκκριση σιέλου και η περιεκτικότητα αυτού σε διττανθρακικά, που παρατηρείται κατά τη μάσηση τροφής πλούσιας σε φυτικές ίνες, οδηγεί σε εξουδετέρωση του γαστρικού οξέος.

Πολυακόρεστα λιπαρά οξέα. Υπάρχουν αρκετές μελέτες, τόσο επιδημιολογικές, όσο και σε ζώα, που υποστηρίζουν ότι η κατανάλωση πολυακόρεστων λιπαρών οξέων (κυρίως αραχιδονικού και λινελαϊκού) οδηγεί σε αυξημένη παραγωγή προσταγλανδίνων της ομάδας Ε, η προστατευτική δράση των οποίων στο γαστρικό βλεννογόνο, είναι δεδομένη προφυλάσσοντας τον από βλαπτικούς παράγοντες όπως το αλκοόλ, την ασπιρίνη και τα χολικά οξέα. Παράλληλα, πειράματα in vitro προτείνουν την άσκηση μιας ανασταλτικής επίδρασης των πολυακόρεστων λιπαρών οξέων, στην ανάπτυξη του ελικοβακτηριδίου του πυλωρού, υπόθεση που έχει αμφισβητηθεί από κάποιους ερευνητές.

Όξινα τρόφιμα. Το pH μιας τροφής πριν την πέψη της έχει περιορισμένη θεραπευτική σημασία και είναι περισσότερο σημαντικό για τους ασθενείς με έλκη στο στόμα ή τον οισοφάγο. Γενικά οι χυμοί και τα αναψυκτικά δεν είναι πιθανό να προκαλέσουν πεπτικό έλκος ή να εμποδίσουν σημαντικά την επούλωση του. Κάποια άτομα μπορεί να αναφέρουν προβλήματα κατά την πρόσληψή τους, αλλά η αντίδραση δεν είναι ίδια σε όλους τους ασθενείς και σε μερικούς τα προβλήματα είναι πιθανό να οφείλονται σε γαστροοισοφαγική παλινδρόμηση.
Τα περισσότερα τρόφιμα είναι λιγότερο όξινα από το φυσιολογικό γαστρικό pH που κυμαίνεται από 1 έως 3.
Το pH για παράδειγμα του χυμού πορτοκαλιού ή γκρέιπφρουτ είναι 3.2 – 3.6 και το pH  συνήθως αναψυκτικών κυμαίνεται από 2.8 – 3.5.  Αυτό που αξίζει να σημειωθεί είναι ότι το pH του χυμού λεμονιού είναι περίπου 2 και του ξυδιού 3 και καλό είναι να αποφεύγονται ιδίως σε φάσεις έξαρσης της νόσου.

Καρυκεύματα και μπαχαρικά.  Τα πικάντικα φαγητά (πλούσια σε καρυκεύματα) θεωρείται ότι επιταχύνουν ή προάγουν τη δημιουργία του πεπτικού έλκους. Σύμφωνα με έρευνες φαίνεται πως ο γαστρικός βλεννογόνος δεν επηρεάζεται από την κατανάλωση κανέλλας, μοσχοκάρυδου, θυμαριού ή μουστάρδας, ενώ το καυτερό πιπέρι και η ξερή κόκκινη πιπεριά προκαλούν ερυθρότητα, οίδημα και βλάβη στο βλεννογόνο. Ενδογαστρική χορήγηση κόκκινου ή μαύρου πιπεριού σχετίζεται με σημαντική αύξηση της έκκρισης πεψίνης και γαστρικού οξέος, απόπτωση του βλεννογόνου και απώλεια καλίου, ενώ σημαντική αύξηση στην έκκριση οξέος προκαλείται και από την κατανάλωση πάπρικας.

Η πρόσληψη άλατος έχει επίσης συσχετισθεί με το πεπτικό έλκος. Σε επιδημιολογικές μελέτες, η αυξημένη κατανάλωση άλατος έχει βρεθεί ότι συσχετίζεται θετικά με τη θνησιμότητα από πεπτικό έλκος, ενώ σύμφωνα με μελέτες σε ζώα, το αλάτι φαίνεται πως προάγει την εμφάνιση γαστρίτιδας. Είναι συνεπώς σημαντικό, ασθενείς που πάσχουν από πεπτικό έλκος να αποφεύγουν φαγητά πλούσια σε καρυκεύματα, καθώς επίσης και τις υπερβολικές ποσότητες άλατος.

Καφεΐνη.  Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η κατανάλωση καφεΐνης αποτελεί από μόνη της  παράγοντα για ελκωτική νόσο.  Εντούτοις, ο κανονικός καφές, ο ντεκαφεϊνέ, καθώς και άλλα αφεψήματα, που περιέχουν καφεΐνη (τσάι, αναψυκτικά) διεγείρουν την έκκριση οξέος και την απελευθέρωση γαστρίνης, ενώ επιδημιολογικές μελέτες υποστηρίζουν την ύπαρξη θετικής σχέσης ανάμεσα στην κατανάλωση καφέ και τη μόλυνση από ελικοβακτηρίδιο του πυλωρού.  Βάσει των παραπάνω στοιχείων δικαιολογείται η σύσταση για περιορισμένη κατανάλωση τέτοιων αφεψημάτων από ασθενείς με πεπτικό έλκος.

Αλκοόλ.  Η κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων αλκοόλ από οποιαδήποτε πηγή μπορεί να προκαλέσει, τουλάχιστον επιφανειακή βλάβη στο βλεννογόνο και συνεπώς να επιδείνωσει την υπάρχουσα ασθένεια ή να παρεμποδίσει τη θεραπεία του πεπτικού έλκους. Τα οινοπνευματώδη ποτά με 40% περιεκτικότητα σε αλκοόλη είναι γνωστό ότι προκαλούν βλεννογόνιες αλλοιώσεις, όπως επιφανειακές διαβρώσεις, ελκώσεις και αιμορραγία τόσο σε ζώα, όσο και σε ανθρώπους, ενώ φαίνεται επίσης ότι και πιο ελαφρά ποτά, όπως η μπίρα και το κρασί διεγείρουν τη γαστρική έκκριση.

Παρά την ύπαρξη των ερευνών που αναφέρθηκαν παραπάνω και που υποστηρίζουν την βραχυχρόνια εκκριτική ανταπόκριση του πεπτικού βλεννογόνου στα αλκοολούχα ροφήματα, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η πρόσληψη αλκοόλ στη νεαρή ηλικία αποτελεί αιτία ανάπτυξης πεπτικού έλκους, ενώ παράλληλα η πρόσληψη αλκοόλ φαίνεται ότι προστατεύει από τη μόλυνση του H.Pylori., συνεπώς ο περιορισμός του αλκοόλ συστήνεται μόνο κατά τη διάρκεια της έξαρσης του πεπτικού έλκους, γιατί δεν υπάρχουν ενδείξεις που να δικαιολογούν την πλήρη αποχή από τα αλκοολούχα ποτά, τα οποία καλό είναι να καταναλώνονται παράλληλα με τα γεύματα.

Σχεδιασμός γευμάτων. Του μικρού όγκου, συχνά γεύματα δε φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματικά από τα τρία γεύματα την ημέρα, για τη μακρόχρονη αντιμετώπιση του πεπτικού έλκους. Τα μικρά και συχνά γεύματα ίσως είναι καλύτερα ανεκτά από μερικούς ασθενείς, ιδιαίτερα κατά τις φάσεις έξαρσης της νόσου, γιατί μειώνουν τα επεισόδια παλινδρόμησης και διεγείρουν τη γαστρική αιματική ροή. Εντούτοις, έχει εκφραστεί η άποψη ότι τα συχνά γεύματα μπορεί να αυξάνουν την παραγωγή οξέος, με αποτέλεσμα περισσότερη έκθεση του γαστρικού βλεννογόνου σε αυτό και επιδείνωση της νόσου.

Αυτό που πρέπει να συστήνεται στους ασθενείς είναι η αποφυγή μεγάλων ποσοτήτων τροφής, που προκαλούν στομαχική διάταση, ιδιαίτερα τις ώρες πριν την κατάκλιση, ενώ ο κλινικός διαιτολόγος πρέπει να έχει υπόψη του ότι ο σχεδιασμός των γευμάτων πρέπει να εξατομικεύεται για κάθε ασθενή, ανάλογα με τις συνήθειες και τα συμπτώματα του, σε συνεργασία πάντοτε με τον ιατρό που παρακολουθεί τον ασθενή.

Τέλος, το κάπνισμα έχει συσχετισθεί με την εμφάνιση ελκών, καθώς και με την καθυστέρηση της επούλωσης τους.
Η παρατηρούμενη συσχέτιση του καπνίσματος με τη μόλυνση από το H.Pylori, είναι πιθανώς αποτέλεσμα διαφόρων μηχανισμών, όπως της αύξησης της έκκρισης πεψίνης και γαστρικού οξέος και αλλαγών στην κινητικότητα του στομάχου, στη συνήθεια προσταγλανδινών, στην αιμάτωση του γαστρικού βλεννογόνου και στην έκκριση βλέννας.  Συνεπώς, η διακοπή του καπνίσματος είναι ευεργετική τόσο για την πρόληψη, όσο και την αντιμετώπιση του πεπτικού έλκους και πρέπει να συστήνεται σε όλους τους ασθενείς.

REFERENCE: ΚΛΙΝΙΚΗ ΔΙΑΙΤΟΛΟΓΙΑ & ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΜΕ ΣΤΟΙΧΕΙΑ ΠΑΘΟΛΟΓΙΑΣ, ΑΝΤΩΝΗΣ ΖΑΜΠΕΛΑ, 2011

Δένα Χατζηκώστα Κυριάκου, Κλινική Διαιτολόγος – Διατροφολόγος

Δένα Χατζηκώστα Κυριάκου,
Κλινική Διαιτολόγος – Διατροφολόγος

Facebooktwitterpinterest

Στείλτε τις απορίες σας

Στείλτε τις απορίες σας στο Γιατρό - Συγγραφέα του παραπάνω άρθρου
  • This field is for validation purposes and should be left unchanged.