Έμφραγμα του μυοκαρδίου: Εργαστηριακός έλεγχος

Facebooktwitterpinterest

Η στεφανιαία νόσος είναι η κύρια αιτία θανάτου στο Δυτικό κόσμο στους άνδρες ηλικίας άνω των 45 ετών και στις γυναίκες άνω των 65 ετών. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η γεωγραφική κατανομή της βαρύτητας της πάθησης, η θνητότητα της οποίας είναι πενταπλάσια στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, όπως η Ελλάδα, σε σύγκριση με τη Δυτική Ευρώπη.

Το συχνότερο αίτιο στεφανιαίας νόσου είναι η αθηροσκλήρυνση, η οποία χαρακτηρίζεται από την παρουσία ειδικών βλαβών του αρτηριακού τοιχώματος που μπορεί να προκαλέσουν στένωση ή αιφνίδια απόφραξη του αυλού μιας στεφανιαίας αρτηρίας και ως εκ τούτου μυοκαρδιακή ισχαιμία ή νέκρωση .

Το πρώτο βήμα για τη δημιουργία μιας αθηρωματικής πλάκας είναι η φλεγμονή σε κάποιο σημείο του ενδοθηλίου των αγγείων. Σε αυτό το σημείο προσκολλώνται λιπαρές ουσίες, μακροφάγα και άλλα κύτταρα τα οποία στη συνέχεια καλύπτονται από μία ινώδη κάψα. Η ρήξη της ινώδους κάψας και η απελευθέρωση του εσωτερικού της αθηρωματικής πλάκας προκαλεί τη δημιουργία θρόμβου που μπορεί να φράξει τη στεφανιαία αρτηρία, γεγονός που θα προκαλέσει ισχαιμία και καταστροφή του αντίστοιχου τμήματος του μυοκαρδίου.

Στα συμπτώματα του εμφράγματος συμπεριλαμβάνονται πόνος στο στήθος που μπορεί να επεκτείνεται στο λαιμό, στον αριστερό ώμο και στο αριστερό χέρι, δυσκολία στην αναπνοή, κρύος ιδρώτας, τάση για λιποθυμία και αίσθημα έντονης κόπωσης.

Δείκτες νέκρωσης του μυοκαρδίου

Από το μυοκάρδιο που υφίσταται νέκρωση απελευθερώνονται ένζυμα. Έτσι στο περιφερικό αίμα μπορεί να βρεθεί αύξηση των ενζύμων του μυοκαρδίου. Τα ένζυμα που συνήθως χρησιμοποιούνται είναι η τροπονίνη, η CK-MB, οι τρανσαμινάσες, SGOT και SGPT, και η γαλακτική αφυδρογονάση LDH.

Τροπονίνη

Η συγκέντρωσή της τροπονίνης στο αίμα υγιών ανθρώπων είναι χαμηλή. Υψηλά επίπεδα τροπονίνης στο αίμα υποδεικνύουν καταστροφή των κυττάρων του μυοκαρδίου η οποία συμβαίνει κατά τη διάρκεια του οξέος εμφράγματος καθώς και στις περιπτώσεις μυοκαρδίτιδας και καρδιακής ανεπάρκειας. Έτσι λοιπόν, η τροπονίνη χρησιμοποιείται ευρέως ως ένας ταχείας ανίχνευσης βιοδείκτης με υψηλή διαγνωστική ακρίβεια. H παρουσία της μπορεί να διαπιστωθεί ακόμη και 15 ημέρες μετά το έμφραγμα του μυοκαρδίου και ανευρίσκεται ακόμη και επί επαναιμάτωσης μετά θρομβόλυση του νεκρωθέντος τμήματος. Ψευδώς θετικά αποτελέσματα μπορεί να υπάρξουν με την τροπονίνη T σε καταστάσεις όπως η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, οι μυοπάθειες και η παρουσία ετεροφιλικών αντισωμάτων.

CPK και CK-MB

Η κρεατινική κινάση (CPK) είναι ένα ένζυμο που βρίσκεται σε διάφορους ιστούς και συμβάλλει στην παραγωγή ενέργειας. Αυξημένη συγκέντρωση της CPK στο αίμα υποδηλώνει την ύπαρξη βλάβης σε κάποιον ιστό. Ο ιστός που έχει υποστεί τη βλάβη είναι δυνατόν να καθοριστεί με τον προσδιορισμό της συγκέντρωσης των ισοενζύμων της CPK.

Η CPK εμφανίζει τρείς τύπους ισοενζύμων. Τη CK-MM, που βρίσκεται κυρίως στους σκελετικούς μύες. Τη CK-MB που βρίσκεται κυρίως στο μυοκάρδιο και το CK-BB που βρίσκεται στον εγκέφαλο και τον πνεύμονα.

Τα επίπεδα της CK-MB συνεχώς αυξανόμενα εμφανίζονται 4-6 ώρες μετά την έναρξη της νέκρωσης, με κορύφωση μετά 24 ώρες και προοδευτική μείωση τις επόμενες 3-4 ημέρες. Η αξία της όμως κλονίζεται από το γεγονός ότι δεν έχει πολύ υψηλή ειδικότητα και μπορεί να βρεθεί και σε άλλες παθολογικές καταστάσεις.

LDH

Η γαλακτική αφυδρογονάση (LDH) είναι ένα ένζυμο το οποίο βρίσκεται σχεδόν σε όλα τα κύτταρα, ενώ φυσιολογικά η συγκέντρωσή της στο αίμα είναι πολύ χαμηλή.  Η γαλακτική αφυδρογονάση απελευθερώνεται από τα κύτταρα όταν αυτά καταστραφούν. Συνεπώς η LDH χρησιμοποιείται ως ένας γενικός δείκτης ιστικής καταστροφής.

Τα 5 ισοένζυμα της LDH συγκεντρώνονται σε διαφορετικούς ιστούς:

LDH-1 και LDH-2: Καρδιακός μυς, ερυθρά αιμοσφαίρια, νεφροί

LDH-3: Πνεύμονες, αιμοπετάλια, ενδοκρινείς αδένες, σπλήνα

LDH-4 και LDH-5: ήπαρ, σκελετικοί μύες

H μέτρηση των επιπέδων ολικού LDH δεν είναι ιδιαίτερα διαγνωστική.

Σε έμφραγμα μυοκαρδίου έχει μεγάλη ευαισθησία καθώς ανιχνεύει ακόμη και μικρές βλάβες του καρδιακού μυός. Αυξάνεται σε 12-24 ώρες μετά το έμφραγμα και μεγιστοποιείται την 3η ημέρα με διατήρηση αυξημένων επιπέδων για πάνω από 2 εβδομάδες.

Aν μετά από οκτάωρη παρατήρηση δεν επισημανθούν αυξήσεις ενζύμων και δεν υπάρχουν ηλεκτροκαρδιογραφικές μεταβολές με πιθανότητα 99% δεν υπάρχει έμφραγμα μυοκαρδίου.

Το έμφραγμα είναι μια εκδήλωση της στεφανιαίας νόσου που, στην πλειονότητα των περιπτώσεων, θεραπεύεται. Για την πρόληψη του εμφράγματος, αλλά και μετά το έμφραγμα έχει ιδιαίτερη σημασία η μέτρια άσκηση, η μεσογειακή διατροφή, η αποφυγή καπνίσματος και η ρύθμιση της αρτηριακής πίεσης και του σακχάρου του αίματος σε όσους έχουν αρτηριακή υπέρταση και σακχαρώδη διαβήτη ακολουθώντας πιστά τις οδηγίες του θεράποντος ιατρού τους.

Βανέσα Μηλιώνη, Μικροβιολόγος

Βανέσα Μηλιώνη,
Μικροβιολόγος

Facebooktwitterpinterest

Στείλτε τις απορίες σας

Στείλτε τις απορίες σας στο Γιατρό - Συγγραφέα του παραπάνω άρθρου
  • This field is for validation purposes and should be left unchanged.