Διουρητικά και παράγοντες συγκάλυψης

Facebooktwitterpinterest

Τα διουρητικά είναι προϊόντα που βοηθούν στην αποβολή των υγρών από το σώμα.  Προκαλούν απώλεια νερού αναστέλλοντας μερικώς την επαναρρόφηση του νερού, δηλαδή αυξάνεται ο ρυθμός της ούρησης. Ισχυρά διουρητικά μπορούν να αυξήσουν τη ροή των ούρων ως 6 περίπου λίτρα ανά ημέρα.

Τα διουρητικά περιέχουν ουσίες όπως: 

  • ακεταζολαμίδη, αμιλορίδη, βουμετανίδη, κανρενόνη, χλωρθαλιδόνη, αιθακρινικό οξύ, φουροσεμίδη, ινδαπαμίδη, μετολαζόνη, σπιρονολακτόνη, τριαμτερένη και θειαζίδες όπως βενδροφλουμεθειαζίδη, χλωροθειαζίδη, υδροχλωροθειαζίδη
  • και άλλες ουσίες με παρόμοια χημική δομή ή παρόμοιες βιολογικές επιδράσεις.

Τα διουρητικά απαγορεύονται εντός και εκτός αγώνων εκτός από τη δροσπερινόνη που είναι νόμιμη. Τα διουρητικά και οι άλλοι παράγοντες συγκάλυψης ως κατηγορία φαρμάκων βρίσκονται στην πέμπτη θέση στη συχνότητα εμφάνισης κρουσμάτων ντόπινγκ με ποσοστό της τάξης του 6.7% στο σύνολο των θετικών δειγμάτων παγκοσμίως. Οι πιο συχνά χρησιμοποιούμενες ουσίες είναι η φουροσεμίδη και η υδροχλωροθειαζίδη στο 30% περίπου του συνόλου των χρησιμοποιούμενων διουρητικών.

Οι παράγοντες συγκάλυψης είναι συστατικά που λαμβάνονται με σκοπό να κρύψουν ή να «καλύψουν» την παρουσία συγκεκριμένων παράνομων φαρμάκων που εξετάζονται στον έλεγχο ντόπινγκ. Οι παράγοντες συγκάλυψης έχουν τη δυνατότητα να μειώσουν ή να αποκρύψουν την απαγορευμένη ουσία στα ούρα. Τα διουρητικά μπορούν να θεωρηθούν ως παράγοντες «συγκάλυψης» εξαιτίας της προκαλούμενης αραίωσης των ούρων που οδηγεί σε χαμηλότερα επίπεδα έκκρισης της απαγορευμένης ουσίας από το σώμα.

Τρόπος δράσης

Ο νεφρός είναι τα κύριο όργανο δια μέσου του οποίου απεκκρίνονται τα φάρμακα.  Οι αρχές των ελέγχων αντι-ντόπινγκ εξετάζουν τα ούρα επειδή αποτελούν το καταλληλότερο υγρό του σώματος για ανίχνευση φαρμάκων. Ο νεφρός ρυθμίζει την ποσότητα του νερού, του νατρίου, του καλίου και άλλων ηλεκτρολυτών του σώματος. Τα διουρητικά αυξάνουν την απέκκριση νατρίου, καλίου και νερού. Το σωματικό βάρος μειώνεται εξαιτίας της απώλειας σε νερό. Σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια και άλλες παθήσεις που προκαλούν υπερβολική κατακράτηση νερού στο σώμα, τα διουρητικά απομακρύνουν αυτή την περίσσεια. Από χημική άποψη, τα διουρητικά είναι μια ομάδα ουσιών που είτε διεγείρουν είτε αναστέλλουν διάφορες ορμόνες που υπάρχουν ως αποστολή τη ρύθμιση της παραγωγής ούρων από τους νεφρούς.Οι αθλητές χρησιμοποιούν τα διουρητικά προκειμένου να χάσουν γρήγορα σωματικό βάρος ειδικά σε αθλήματα με κατηγορίες βάρους και/ή για να συγκαλύψουν την παρουσία άλλων απαγορευμένων ουσιών αυξάνοντας τον ρυθμό της παραγωγής και αποβολής των ούρων.

Για την αντιμετώπιση αυτού του προβλήματος, ο έλεγχος αντι-ντόπινγκ περιλαμβάνει τη μέτρηση του ειδικού βάρους των ούρων στον τόπο λήψης του δείγματος και την παραμονή του αθλητή στο χώρο έτσι ώστε να ληφθεί και άλλο δείγμα εάν το ειδικό βάρος των ούρων του πρώτου δείγματος είναι πολύ χαμηλό. Η κατ’ Εξαίρεση Χρήση για Θεραπευτικούς Σκοπούς (TUE) δεν ισχύει εάν τα ούρα ενός αθλητή περιέχουν ένα διουρητικό σε συνδυασμό με μια απαγορευμένη ουσία σε συγκέντρωση συγκεκριμένου κατωφλιού ή ακόμη και σε χαμηλότερα επίπεδα. Τα διουρητικά είναι εύκολα ανιχνεύσιμα εάν ελεγχθούν.

Παρενέργειες

Τα διουρητικά έχουν την ικανότητα να αυξάνουν την παραγωγή και απέκκριση ούρων και συχνά χρησιμοποιούνται από αθλητές είτε για να αποβάλλουν το απαγορευμένο φάρμακο είτε για να χάσουν βάρος ταχύτατα. Ωστόσο, οι απώλειες υγρών με το ουροποιητικό σύστημα που προκαλείται από διουρητικά φάρμακα μπορεί να οδηγήσουν στην ενδοαγγειακή μείωση του όγκου υγρών. Εκτεταμένη διουρητική θεραπεία σε συνδυασμό με αυξημένη εφίδρωση, συνήθως οδηγεί σε αφυδάτωση και υποογκαιμία που είναι μια από τις κύριες αιτίες της υποκαλιαιμίας.Αντίθετα από τους ασθενείς, οι αθλητές δεν κατακρατούν περίσσεια νερού και η χρήση των διουρητικών οδηγεί σε αφύσικη και επικίνδυνη απώλεια νερού και ηλεκτρολυτών. Οι αθλητές με αφυδάτωση που προκαλείται από διουρητικά και που αγωνίζονται στη ζέστη, είναι πιο ευαίσθητοι στη θερμική εξάντληση. Επιπλέον, η υπόταση μπορεί να αποτελέσει, επίσης, μια ανεπιθύμητη εκδήλωση. Η χρήση των διουρητικών κατά κύριο λόγο οδηγεί σε χαμηλά επίπεδα καλίου στο σώμα. Ωστόσο, η μεγάλου βαθμού συμπτωματική υποκαλιαιμία είναι σπάνια, ενώ μέτρια επίπεδα υποκαλιαιμίας είναι συνηθισμένα. Η υποκαλιαιμία κυρίως προκαλεί διαταραχές της λειτουργίας του νευρικού συστήματος και καρδιακές αρρυθμίες, ακόμα και καρδιακή ανεπάρκεια. Επιπρόσθετα, συχνά εμφανίζονται συμπτώματα όπως μυϊκή αδυναμία και μυϊκές κράμπες.

Από την άλλη μεριά, η υπερβολική χρήση διουρητικών όπως η σπιρονολακτόνη, η τριαμτερένη και η αμιλορίδη μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολικά υψηλή συγκέντρωση καλίου στο αίμα. Η υπερκαλιαιμία μπορεί να οδηγήσει σε θανατηφόρες αρρυθμίες. Έχει αναφερθεί ότι 6.7 mmol/l καλίου στον ορό μπορεί να οδηγήσουν σε ριπή εμμένουσας κοιλιακής ταχυκαρδίας. Επιπλέον, τα περισσότερα διουρητικά διαταράσσουν τον μεταβολισμό του ουρικού οξέος και αυτό μπορεί να επισπεύσει την οδυνηρή εμφάνιση ουρικής αρθρίτιδας.

Γενικά, όλα τα διουρητικά έχουν τις ίδιες παρενέργειες:   

  • αφυδάτωση
  • υποογκαιμία
  • μυϊκές κράμπες και
  • ορθοστατική υπόταση.

Βιοχημικές μεταβολές στα επίπεδα καλίου (καλιαιμία) μπορεί να αποτελέσουν απειλή για τη ζωή εάν προκληθεί ισχυρή μεταβολή από διουρητικά. Οι παρενέργειες περιλαμβάνουν επίσης αφυδάτωση, ιλίγγους, κράμπες, πονοκεφάλους, ναυτία και καταστροφή των νεφρών. Άλλες παρενέργειες είναι η εκτεταμένη απώλεια βάρους, χαμηλή αρτηριακή πίεση, χαμηλή ή υψηλή συγκέντρωση καλίου στο αίμα, διαταραχές του καρδιακού ρυθμού, συστηματική αλκάλωση, μειωμένη μυϊκή λειτουργία, μυϊκές κράμπες, αυξημένο ουρικό οξύ στο αίμα, παροδική κώφωση λόγω χαμηλού σακχάρου στο αίμα, (βουμετανίδη, αιθακρινικό οξύ, φουροσεμίδη), και επιδείνωση του διαβήτη (θειαζίδες).

Facebooktwitterpinterest

Στείλτε τις απορίες σας

Στείλτε τις απορίες σας στο Γιατρό - Συγγραφέα του παραπάνω άρθρου
  • This field is for validation purposes and should be left unchanged.