Σκελετική υγεία, κύηση και θηλασμός

Facebooktwitterpinterest

Πώς λειτουργεί φυσιολογικά ο σκελετός μας;

Ο ανθρώπινος σκελετός αποτελείται από τα οστά και είναι το βαρύτερο όργανο του σώματος. Οι ρόλοι του είναι πολλαπλοί και περιλαμβάνουν τη στήριξη του σώματος, την προστασία των ευαίσθητων εσωτερικών οργάνων, όπως είναι η καρδιά και οι πνεύμονες, την έκκριση πολλαπλών ορμονών, και την παραγωγή των αιμοποιητικών κυττάρων και του αίματος.

Ο σκελετός αποτελείται κυρίως από άλατα του ασβεστίου και του φωσφόρου, που όλα μαζί σχηματίζουν τον υδροξυαπατίτη. Εκτός από τα άλατα, όμως, περιέχει και ένα μεγάλο αριθμό κυττάρων. Από αυτά, τα κυριότερα ενδοκρινικά κύτταρα είναι οι οστεοβλάστες, δηλαδή τα κύτταρα που χτίζουν το σκελετό, και οι οστεοκλάστες, δηλαδή τα κύτταρα που καταστρέφουν τα οστά. Η ισορροπία μεταξύ των δύο αυτών ταυτόχρονων δράσεων, δηλαδή της σύνθεσης και της καταστροφής των οστών, αποτελεί τη βάση της λειτουργίας του σκελετού. Παράλληλα δίνει τη δυνατότητα στα οστά να ανταποκρίνονται στις διαρκώς μεταβαλλόμενες απαιτήσεις του σώματος, χωρίς να κινδεύσουν να σπάσουν.

1Σε περιόδους ανάπτυξης, όπως είναι η παιδική ηλικία, η σύνθεση των οστών από τους οστεοβλάστες ξεπερνά κατά πολύ την καταστροφή από τους οστεοκλάστες. Αυτή η επικράτηση της συνθετικής λειτουργίας οδηγεί σε αύξηση των οστών κατά μήκος και πλάτος, αλλά και σε ενίσχυση της πυκνότητάς τους. Μετά το 16ο έτος της ηλικίας για τις γυναίκες, και το 21ο έτος για τους άνδρες, οι ορμόνες που εκκρίνονται στα οστά δεν επιτρέπουν την αύξηση τους σε μήκος, και γι’ αυτό δεν ψηλώνουμε άλλο, αν και η σύνθεση συνεχίζει να υπερτερεί της καταστροφής. Από αυτή την ηλικία και μέχρι και τα 30-35 έτη, συνεχίζεται η διαδικάσία, με τελικό στόχο την αύξηση της οστικής πυκνότητας. Έτσι, φτάνουμε στη μέγιστη οστική μάζα (peak bone mass) περίπου στα 35 έτη. Αυτή εξαρτάται κυρίως από την κληρονομικότητα, τη λειτουργία του θυρεοειδούς και άλλων ενδοκρινών αδένων, την ποσότητα της ορμόνης “βιταμίνη D”, καθώς και την πρόσληψη ασβεστίου με τη διατροφή.

Όταν φτάσουμε τη μέγιστη οστική μάζα, επέρχεται μια ισορροπία στο μεταβολισμό των οστών. Τότε τα κόκκαλα συνεχίζουν να αναδιαμορφώνονται, αλλά δεν υπάρχει αλλαγή της συνολικής οστικής μάζας. Αυτή η κατάσταση ηρεμίας κρατά μέχρι την εμμηνόπαυση για τις γυναίκες, οπότε η απώλεια των οιστρογόνων ελαττώνει σημαντικά τη συνθετική λειτουργία των οστεοβλαστών. Και για τα δύο φύλα η ισορροπία μπορεί να διαταραχθεί ανά πάσα στιγμή, αν παρουσιαστεί κάποια ασθένεια που οδηγεί στην επικράτηση της δράσης των οστεοκλαστών (καταστροφή) σε σχέση με τη δράση των οστεοβλαστών (σύνθεση). Τότε αρχίζει μια σταδιακή ελάττωση της οστικής πυκνότητας που μπορεί να οδηγήσει στην οστεοπόρωση. Για περισσότερες λεπτομέρειες για την οστεοπόρωση πατήστε εδώ.

Τί αλλάζει στον μεταβολισμό των οστών στην εγκυμοσύνη;

2Όπως παρατηρούμε, με βάση την παραπάνω παράγραφο, οι γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας (δηλαδή πριν την εμμηνόπαυση), βρίσκονται συνεχώς σε μια κατάσταση υπεροχής της σύνθεσης των οστών έναντι της καταστροφής, ή στη χειρότερη περίπτωση σε μια κατάσταση ισορροπίας. Όταν, όμως, μια γυναίκα μείνει έγκυος, αυτό αλλάζει άρδην το μεταβολισμό των οστών, προκαλώντας σημαντικές αλλαγές στο σκελετό, που μπορούν να ενέχουν και σημαντικούς κινδύνους.

Επειδή το έμβρυο εξαρτάται αποκλειστικά από τη μητέρα του για την τροφή, ώστε να έχει φυσιολογική σωματική διάπλαση, χρειάζεται και επάρκεια σε πρώτες ύλες για να συνθέσει το σκελετό του. Αυτές οι πρώτες ύλες είναι το ασβέστιο και ο φώσφορος και τις παίρνει από τη μητέρα, μέσω του πλακούντα.
Για να μπορεί μια μητέρα να παρέχει, όμως, στο έμβρυό της, τις κατάλληλες ποσότητες ασβεστίου και φωσφόρου, χρειάζεται να πληρούνται οι παρακάτω τρεις προϋποθέσεις:

1. Να προσλαμβάνει η ίδια, καθημερινά, μια επαρκή ποσότητα ασβεστίου και φωσφόρου με τη διατροφή ή με συμπληρώματα. Η μέση αναγκαία ποσότητα ασβεστίου έχει διερευνηθεί και βρεθεί από σημαντικές μελέτες ότι αντιστοιχεί περίπου σε 1300mg ημερησίως. Αυτή την ποσότητα προτείνει και στις κατευθηντήριες οδηγίες του και το Ινστιτούτο Ιατρικής των ΗΠΑ. Αυτή η ποσότητα δεν είναι ίδια για όλες τις γυναίκες, αλλά αποτελεί το μέσο όρο των αναγκών του πληθυσμού των εγκύων. Ο Ενδοκρινολόγος μας οφείλει να προσδιορίσει την ακριβή ποσότητα για κάθε γυναίκα, στηριζόμενος σε ειδικές ορμονικές μετρήσεις, εξατομικεύοντας τη διατροφή και αν χρειάζεται να προσθέσει και τα κατάλληλα συμπληρώματα.

2. Το έντερο της γυναίκας πρέπει να απορροφά επαρκώς το ασβέστιο. Για να συμβεί αυτό, θα πρέπει να μην υπάρχει καμία διαταραχή στην λειτουργία του εντέρου. Παθήσεις που επηρεάζουν την ικανότητα του εντέρου να απορροφά το ασβέστιο περιλαμβάνουν τις φλεγμονώδεις νόσους του εντέρου, τη δυσανεξία στη λακτόζη, την κοιλιοκάκη, τις χρόνιες γαστρίτιδες κλπ. Η παρουσία οποιασδήποτε τέτοιας πάθησης, αλλάζει σημαντικά τις απαιτήσεις του σκελετού σε ασβέστιο και μπορεί να χρειάζεται ειδική αγωγή κατά τη διάρκεια της κύησης για να αποφύγουμε την οστεοπόρωση.

3. Να έχει επαρκείς ποσότητες βιταμίνης D στο σώμα της. Η βιταμίνη D επηρεάζει την απορρόφηση του ασβεστίου από το έντερο, αλλά καθορίζει και τη μοίρα του ασβεστίου. Η ανεπάρκεια της βιταμίνης D προκαλεί αυξημένες απώλειες ασβεστίου στα ούρα και ανεπαρκή ενσωμάτωση του ασβεστίου στα οστά. Η βιταμίνη D είναι μια ορμόνη που δεν υπάρχει σε σημαντικές ποσότητες στις τροφές. Συνεπώς ο όρος βιταμίνη είναι ανακριβής και καταχρηστικός. Η έκθεση του υγιούς δέρματος στην υπεριώδη ακτινοβολία κατά τους θερινούς μήνες (Μάιος-Σεπτέμβριος), αποτελεί τη μόνη ουσιώδη πηγή βιταμίνης D για τον άνθρωπο. Οι περισσότερες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας στην πατρίδα μας εμφανίζουν έλλειψη ή ανεπάρκεια βιταμίνης D και χρειάζονται αναπλήρωση κατά τη διάρκεια της κύησης και όχι μόνο. Αυτό δε μπορεί να πραγματοποιηθεί με συμπληρώματα βιταμίνης D ή πολυβιταμίνες, γιατί δεν περιέχουν σημαντικές ποσότητες βιταμίνης D, αλλά απαιτεί φαρμακολογικές δόσεις της βιταμίνης D υπό ενδοκρινολογική καθοδήγηση.

Τί συμβαίνει στο θηλασμό;

3Φυσιολογικά ο θηλασμός αποτελεί μια κατάσταση σημαντικού στρες για το μεταβολισμό της μητέρας συνολικά, ιδίως αν η μητέρα καλύπτει μόνο με το θηλασμό τις τροφικές ανάγκες του μωρού της. Ειδικά όσον αφορά τα οστά, η μητέρα μεταβιβάζει καθημερινά, μέσω του γάλακτος, μεγάλες ποσότητες ασβεστίου και φωσφόρου στο νεογνό της. Αυτό έχει ως συνέπεια να υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οστεοπόρωσης και καταγμάτων αν δεν φροντίσει να έχει επαρκή πρόσληψη ασβεστίου με τη διατροφή ή σε συμπληρώματα. Και στο θηλασμό παίζει σημαντικό ρόλο η επάρκεια σε βιταμίνη D, καθώς και η καθημερινή πρόσληψη τουλάχιστον 1300mg ασβεστίου ημερησίως. Ιδανική φροντίδα είναι αυτή που περιλαμβάνει ενδοκρινολογική καθοδήγηση καθ’ όλη την κύηση και τη γαλουχία, προκειμένου να αποφευχθουν οι συνέπειες της ανεπάρκειας ασβεστίου ή βιταμίνης D στο σκελετό της θηλάζουσας μητέρας.

Τι συνέπειες έχουμε αν δε ρυθμιστεί σωστά ο μεταβολισμός των οστών στην κύηση ή το θηλασμό;

Ανεξάρτητα από την αιτία της δυσλειτουργίας του μεταβολισμού των οστών (αν η έγκυος έχει χαμηλή βιταμίνη D ή δεν προσλαμβάνει ασβέστιο με τις τροφές ή δεν απορροφά το ασβέστιο που βρίσκεται στις τροφές), το αποτέλεσμα είναι κοινό: οι οστεοκλάστες αναγκάζονται να κλέψουν ασβέστιο και φώσφορο από τα οστά για να τα μεταφέρουν στο έμβρυο. Οι ποσότητες ασβεστίου που μετακινούνται στο μωρό μας καθημερινά, είναι σημαντικές και μπορούν να οδηγήσουν σε ελάττωση της οστικής πυκνότητας. Αυτό έχει ως συνέπεια τα οστά να γίνονται λιγότερο ανθεκτικά στο στρες, τη φυσική δραστηριότητα ή μία πτώση. Αν αυξηθεί το στρες των οστών για οποιοδήποτε αιτία, μπορεί να παρουσιαστούν οστεοπορωτικά κατάγματα (όπως είναι τα σπονδυλικά κατάγματα). Ακόμα, όμως και αν δεν υπάρξει κάποιο οστεοπορωτικό κάταγμα, ο μακροχρόνιος κίνδυνος οστεοπόρωσης αυξάνει γιατί οι περισσότερες γυναίκες δεν καταφέρνουν ποτέ να επανακτήσουν πλήρως τις απώλειές τους σε ασβέστιο και φώσφορο, οπότε αυξάνει ο δια βίου κίνδυνος οστεοπόρωσης.

Ο μεταβολισμός του σκελετού στην κύηση και το θηλασμό αποτελεί (δυστυχώς) μια παραμελημένη πλευρά της περιγεννητικής ιατρικής στην πατρίδα μας. Στο ιατρείο μας, όμως, αποτελεί πρώτη προτεραιότητα η εκπαίδευση των ασθενών μας σε αυτό το ζήτημα και η παροχή εξειδικευμένων επιστημονικων συμβουλών. Στόχος μας είναι να προστατεύσουμε αποτελεσματικά τις εγκύους και τα νεογνά τους, και να τους παρέχουμε τη βέλτιστη φροντίδα, τηρώντας τα υψηότερα στάνταρ παγκοσμίως. Στηρίζουμε κάθε απόφασή μας στα νεότερα επιστημονικά και ερευνητικά δεδομένα, με πίστη στις αρχές που πήραμε κατά την μακροχρόνια ακαδημαϊκή μας πορεία στην παγκοσμίου φήμης κλινική της οστεοπόρωσης του Πανεπιστημίου του Wisconsin, Madison, WI, αλλά και των υπολοίπων κέντρων όπου εκπαιδευτήκαμε ή εργαστήκαμε στις ΗΠΑ. Η θεραπευτική μας παρέμβαση λαμβάνει πάντα υπόψιν τις ιδέες και τις απόψεις των ασθενών μας, τους οποίους καθοδηγούμε εξατομικευμένα στην καλύτερη επιλογή.

 

 

 

 

 

 

Ρόδης Δ. Παπαρώδης

Facebooktwitterpinterest

Στείλτε τις απορίες σας

Στείλτε τις απορίες σας στο Γιατρό - Συγγραφέα του παραπάνω άρθρου
  • This field is for validation purposes and should be left unchanged.