Η ΥΓΕΙΑ ΤΗΣ ΕΦΗΒΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ

diatasis4

Η ΥΓΕΙΑ ΤΗΣ ΕΦΗΒΙΚΗΣ ΗΛΙΚΙΑΣ ΩΣ ΜΕΓΑΛΗ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΚΑΙ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΣΥΣΤΗΜΑΤΩΝ ΥΓΕΙΑΣ

Σύμφωνα με την 53η συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Παγκοσμίου Οργανισμού Υγείας (Π.Ο.Υ.) στη Βιέννη το 2003, η παρούσα κατάσταση της υγείας των εφήβων στην Ευρώπη αφήνει μεγάλα περιθώρια βελτίωσης. Οι Ευρωπαϊκές χώρες καλούνται επίσημα από τον Π.Ο.Υ να δραστηριοποιηθούν σχετικά με την βελτίωση της παροχής Υπηρεσιών Υγείας στους εφήβους. Το επίπεδο των Υπηρεσιών αυτών δεν είναι βέβαια το ίδιο για όλες τις εμπλεκόμενες χώρες : αξιόλογα βήματα έχουν γίνει στην Ιταλία, την Πορτογαλία, τη Σουηδία, ενώ σε άλλες χώρες η πρόοδος δεν είναι σημαντική. Στη χώρα μας δεν έχουν αναπτυχθεί ακόμη ειδικές υπηρεσίες για την πρόληψη και τη διάγνωση-αντιμετώπιση των προβλημάτων της εφηβικής ηλικίας. Βάση για την ανάπτυξη της ιατρικής των εφήβων στην Ελλάδα είναι η γνώση των προβλημάτων και των ιδιαιτεροτήτων της ηλικίας, η συνειδητοποίηση των δυσκολιών του αμέσου και γενικότερου περιβάλλοντος, καθώς και η κατανόηση των λόγων που επιβάλλουν μια τέτοια προτεραιότητα.

Α. ΠΟΙΑ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΑ ΥΓΕΙΑΣ ΤΩΝ ΕΦΗΒΩΝ ;

Η εφηβεία είναι η ηλικιακή περίοδος από τα 11 έως τα 19 περίπου έτη και χαρακτηρίζεται από σημαντικές σωματικές και ψυχικές μεταβολές. Στόχος των μεταβολών της εφηβείας είναι η μετάβαση από την παιδική ζωή στην ενηλικίωση. Οι έφηβοι αντιμετωπίζονται από το ευρύτερο κοινό, αλλά και από την ιατρική κοινότητα ως μια εξαιρετικά υγιής ηλικιακή ομάδα, χωρίς ιδιαίτερες υγειονομικές ανάγκες. Δεν δίνεται η απαραίτητη έμφαση στα προβλήματά τους γιατί : Ο κρίσιμος παραδοσιακός δείκτης (θνησιμότητα) δεν τα αντανακλά.1 Οι δείκτες που αποτιμούν την ποιότητα ζωής είναι δύσκολο να προσδιοριστούν.1 Οι ίδιοι οι έφηβοι είναι γνωστικά προσκολλημένοι στο παρόν. Έχουν μία αυταπάτη αθανασίας σχετικά με τα νοσήματα φθοράς των ενηλίκων και θεωρώντας τους εαυτούς τους «άτρωτους» δεν διεκδικούν το δικαίωμα στην προστασία και προώθηση των υπηρεσιών υγείας που τους αφορούν.2 Η οικογένεια βρίσκεται συχνά σε αμηχανία και δεν μπορεί να χειριστεί την φυσιολογική αναπτυξιακή μεταβολή των εφήβων που απαιτούν να διαχειρίζονται μόνοι την υγεία τους. Οι γονείς εστιάζουν συνήθως στη σχολική επιτυχία, τον επαγγελματικό προσανατολισμό και τις δραστηριότητες, θεωρώντας την υγεία δεδομένη.

Τα προβλήματα υγείας των εφήβων μπορεί να σχετίζονται ή όχι με τις σωματικές και ψυχικές μεταβολές της ήβης, ή να αποτελούν τη συνέχεια ενός χρόνιου νοσήματος που έχει ήδη εκδηλωθεί από την παιδική ηλικία. Οι περισσότεροι από τους εφήβους παρουσιάζουν προβλήματα που σχετίζονται με τις φυσιολογικές διεργασίες της ήβης (π.χ. ακμή, σιδηροπενία, υπερβολικό άγχος). Επίσης, σε υψηλό ποσοστό μπορεί να προκύψει κάποια διαταραχή των φυσιολογικών αυτών μεταβολών (π.χ. έως και 50% των κοριτσιών παρουσιάζει κάποιο πρόβλημα εμμηνορρυσίας).3 Περίπου 35% των εφήβων παρουσιάζουν ένα πρόβλημα με χρονιότητα (διάρκειας > 3 μηνών).4 Υπολογίζεται πως 10% των εφήβων πάσχουν από κάποιο σοβαρό χρόνιο νόσημα και χρειάζονται – εκτός από την παρακολούθηση της ειδικής ομάδας των θεραπόντων – ισχυρή υποστήριξη κατά την εφηβεία, ώστε να βιώσουν τις μεταβολές της με όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο και λειτουργικό τρόπο.5 Κατά την εφηβεία μπορεί να αναδυθούν λανθάνουσες, προϋπάρχουσες καταστάσεις (σωματικές, ψυχικές, κοινωνικοπεριβαλλοντικές) λόγω της οργανικής και συναισθηματικής αστάθειας της περιόδου αυτής.6

Το περιβάλλον έχει ιδιαίτερη σημασία για την υγεία και την ευημερία των εφήβων. Οι έφηβοι είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι στις περιβαλλοντικές επιδράσεις, γιατί δεν έχουν ακόμη αναπτύξει όλες τις γνωστικές λειτουργίες για την αξιολόγηση πληροφοριών και μοντέλων ζωής. Συνεπώς, η αγωγή υγείας των εφήβων καθρεφτίζει το επίπεδο και τις παροχές της κοινωνίας στην οποία αναπτύσσονται.7 Τα νεαρά άτομα στην εποχή μας καλούνται να βιώσουν ένα μεταβατικό στάδιο σε έναν εξαιρετικά μεταβαλλόμενο κόσμο : κινητικότητα πληθυσμού, φάσμα ανεργίας, μεγάλη τεχνολογική ανάπτυξη, επίδραση μέσων μαζικής επικοινωνίας (ΜΜΕ), φαινόμενο διαζυγίου και μείωση της κοινωνικής συνεκτικότητας (μικρές οικογένειες σε μεγάλες κοινωνίες).8 Ένα πρόβλημα για την σημερινή νεολαία παγκοσμίως είναι ο βομβαρδισμός της από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ) και το επιθετικό marketing, με αποτέλεσμα την εμφάνιση μιας «νέας» νοσηρότητας (new morbidity) που προκύπτει από την ανάπτυξη συμπεριφορών υψηλού κινδύνου : ριψοκίνδυνη σεξουαλική δραστηριότητα, χρήση αλκοόλ, κάπνισμα, διατροφικές εκτροπές, επικίνδυνη οδική συμπεριφορά κ.α.9 Κατά συνέπεια, βασικά προβλήματα της εφηβείας παγκοσμίως αλλά και στην Ελλάδα είναι:

- Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα : H επίπτωση των χλαμυδιακών λοιμώξεων σε σεξουαλικά δραστήριες έφηβες στις ΗΠΑ, είναι 15-37%.10 Για την Ελλάδα υπάρχουν ελάχιστα στοιχεία, τα οποία δεν αφορούν αμιγώς εφηβικό πληθυσμό.11 Οι χλαμυδιακές λοιμώξεις μπορεί να είναι ασυμπτωματικές σε 25-50% των περιπτώσεων, και με σοβαρές επιπτώσεις στο γεννητικό σύστημα. Υπολογίζεται ότι 15-20 % των περιπτώσεων φλεγμονώδους νόσου της πυέλου σχετίζονται με χλαμυδιακή λοίμωξη, ενώ είναι επίσης γνωστή η σχέση των παθογόνων αυτών με την υπογονιμότητα κατά την ενήλικο ζωή.10 Παρατηρείται αύξηση του αριθμού των λοιμώξεων του γεννητικού συστήματος από τον ανθρώπινο ιό των κονδυλωμάτων (HPV) και τον ιό του έρπητα τύπου 2 (HSV-2).12,13 Όσον αφορά το Σύνδρομο Επίκτητης Ανοσολογικής Ανεπάρκειας (AIDS), η μόλυνση στην εφηβική ηλικία προδικάζει νόσο στην 3η δεκαετία της ζωής. Οι έφηβοι ασθενείς αντιπροσωπεύουν το 1% και οι ασθενείς 20-29 ετών το 20% του συνόλου.14 - Η εφηβική εγκυμοσύνη – άμβλωση : Σύμφωνα με στοιχεία της Β΄ Γυναικολογικής και Μαιευτικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών για την Ελλάδα, 30-40% των κοριτσιών 16-18 ετών έχουν ξεκινήσει σεξουαλική δραστηριότητα, ενώ 30% δεν χρησιμοποιούν μέθοδο αντισύλληψης και 30% χρησιμοποιούν αναποτελεσματικές μεθόδους, όπως η απόσυρση. Η συχνότητα των εφηβικών γεννήσεων έχει μειωθεί την τελευταία εικοσαετία (από 9% το 1985 σε 5.2% το 2003), γεγονός που μάλλον συνδέεται με την αύξηση των αμβλώσεων κατά το ίδιο χρονικό διάστημα (1980: 28.8%, 2003 : 50%). 15 - Η παχυσαρκία : Αποτελεί «επιδημία» της εποχής και τα στοιχεία είναι ιδιαίτερα ανησυχητικά για την Ελλάδα. Την τελευταία εικοσαετία σημειώθηκε επαύξηση της 97ης ΕΘ κατά 15kg για τα αγόρια και κατά 7 kg για τα κορίτσια της όψιμης εφηβικής ηλικίας.16 Σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα της Ενδοκρινολογικής Μονάδας της Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, το ποσοστό των υπέρβαρων και παχύσαρκων αγοριών κατά την εφηβεία ήταν 20.63 % και 11.8 % αντίστοιχα. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τα κορίτσια ήταν 14.4% και 3.65%.17 Η εφηβική παχυσαρκία προδικάζει παχυσαρκία κατά την ενήλικο ζωή με τις συνοδές σημαντικές επιπτώσεις. - Η αύξηση της επίπτωσης των διατροφικών διαταραχών : Παρατηρείται αύξηση της επίπτωσης ψυχογενούς ανορεξίας και βουλιμίας που αποτελούν διαταραχές με επιφυλακτική πρόγνωση και σημαντική νοσηρότητα και θνητότητα. Σε αυτό φαίνεται πως συμβάλλει η προβολή του εξαιρετικά αδύνατου γυναικείου σώματος σαν πρότυπο ομορφιάς-γοητείας, από τα ΜΜΕ. 18

- Η ανθυγιεινή διατροφή : Συχνά οι έφηβοι μπορεί να λαμβάνουν έως και 50% των προσλαμβανομένων θερμίδων σε λίπος, ενώ η διατροφή τους υπολείπεται σε πρόσληψη ασβεστίου, σιδήρου και φυτικών ινών. Ο τύπος αυτός διατροφής μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην μελλοντική τους υγεία.19 - Τα τροχαία ατυχήματα – οι τραυματισμοί : Η χώρα μας διατηρεί ένα θλιβερά υψηλό ποσοστό ατυχημάτων, που αποτελεί και την πρώτη αιτία θανάτου της εφηβικής ηλικίας (14 θάνατοι από τροχαία / 100.000 εφήβων το 2001, σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος).1 - Η χρήση αλκοόλ, το κάπνισμα, η χρήση κάνναβης και άλλων ουσιών : Στην ηλικία των 15 ετών, 67% των εφήβων αναφέρουν πως έχουν μεθύσει τουλάχιστον δύο φορές στη ζωή τους.9 Η χρήση αλκοόλ στην εφηβική ηλικία συνδέεται με βίαιη συμπεριφορά, ριψοκίνδυνη σεξουαλική δραστηριότητα, ενώ 41% των θανατηφόρων τροχαίων ατυχημάτων μπορεί να σχετίζονται με τη χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών.20 Σύμφωνα με στοιχεία της Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, 60% των Ελλήνων και 45% των Ελληνίδων καπνίζουν σε ηλικία 25 ετών. Από τους ενήλικες που καπνίζουν, > 90% ξεκίνησαν σε ηλικία < 19 ετών. 16 Το ποσοστό του συστηματικού καπνίσματος σε μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου ήταν 20.8%, το 1998. 21,22 Στην Ελλάδα, αναφέρεται ότι 9% των μαθητών Β΄ και Γ΄ Λυκείου (16 ετών) έχουν κάνει δοκιμή ή χρήση κάνναβης (11% των αγοριών και 7% των κοριτσιών). Η μέση ηλικία έναρξης της χρήσης της είναι τα 14.9 έτη. Οι άλλες ουσίες παρουσιάζουν πολύ χαμηλότερη συχνότητα (< 2%).23 - Η κατάθλιψη – η αυτοκτονία : Έρευνα που διεξήχθη σε Έλληνες εφήβους αποκαλύπτει ότι 13% των αγοριών και 29% των κοριτσιών θεωρήθηκαν «περιπτώσεις» με καταθλιπτικό συναίσθημα. Πολλές ψυχικές διαταραχές αναδύονται κατά την εφηβική ηλικία λόγω της αστάθειας και των μεταβολών που την χαρακτηρίζουν.24 Ως προς τον αυτοκτονικό ιδεασμό, 8.3% των αγοριών και 17.6% των κοριτσιών ανέφεραν ότι «είχαν κάποτε στη ζωή τους σκεφθεί σοβαρά να πεθάνουν». Τα ποσοστά απόπειρας ήταν 0.86% και 3.02% για τα αγόρια και τα κορίτσια αντίστοιχα.24 Οι θάνατοι εφήβων από αυτοκτονία στην Ελλάδα το 2001 ήταν 9, σύμφωνα με στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας Ελλάδος (0.75/100.000 εφήβων).1

Σύμφωνα με τη δημοσιοποίηση της νέας αναφοράς του Περιφερειακού Γραφείου της Π.Ο.Υ. για την Ευρώπη σχετικά με την υγεία και τη σχετική συμπεριφορά εφήβων από 35 χώρες, τα παραπάνω αποτελούν βασικούς δείκτες υγείας των εφήβων και η παρούσα κατάσταση αφήνει μεγάλα περιθώρια βελτίωσης.8 Από την έκθεση των παθολογικών καταστάσεων της εφηβικής ηλικίας γίνεται σαφές ότι περί τα 2/3 των προβλημάτων είναι προλήψιμα και ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό αντιμετωπίσιμα και ιάσιμα. Σημαντικό ακόμη είναι το γεγονός ότι εφηβεία είναι μια ηλικιακή ομάδα-«κλειδί», με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την υγεία των ενηλίκων και την κοινωνία του μέλλοντος. Τούτο είναι προφανές, αφού οι γνώσεις για την υγεία και οι συνήθειες υγιεινής που θα αποκτηθούν κατά τη διάρκειά της εφηβικής περιόδου, θα ισχύσουν και κατά την ενήλικο ζωή και θα καθορίσουν την ποιότητά της. Πολλά από τα προβλήματα των ενηλίκων (παχυσαρκία, οστεοπόρωση, καρδιαγγειακή νόσος, κακοήθειες, υπογονιμότητα) μπορούν να περιοριστούν μελλοντικά με τη σωστή ενημέρωση των σημερινών εφήβων.25

Β. Η ΠΑΡΟΧΗ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΥΓΕΙΑΣ ΣΤΟΥΣ ΕΦΗΒΟΥΣ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΥΣ ΥΓΕΙΑΣ

Οι έφηβοι διεκδικούν το δικαίωμα διαχείρισης της υγείας τους και της ατομικότητάς τους στα πλαίσια της υγιούς ψυχοκοινωνικής τους ανάπτυξης. Είναι ωστόσο σίγουρο πως ο έφηβος δεν απευθύνεται εύκολα στα παιδιατρικά ή παθολογικά εξωτερικά ιατρεία, όπου το είδος των προβλημάτων και η αντιμετώπισή τους δεν τον αφορούν, αφού δεν είναι ούτε παιδί , ούτε ενήλικος. Η εφηβική περίοδος – με όλες τις ιδιαιτερότητές της - παρουσιάζει ειδικές δυσκολίες για τα άτομα που ασχολούνται με την προαγωγή της υγείας και την παροχή υπηρεσιών υγείας. Συχνά οι λειτουργοί υγείας αισθάνονται άβολα και ανεπαρκείς για να αντιμετωπίσουν τους εφήβους και απλά τους παραπέμπουν ή ασχολούνται επιφανειακά με τα προβλήματά τους. Αυτό γίνεται αντιληπτό από τον έφηβο που στο μέλλον θα αποφύγει όσο γίνεται το σύστημα υγείας και ουσιαστικά θα μείνει αβοήθητος και εκτεθειμένος σε κινδύνους. Πρέπει ακόμη να λαμβάνεται υπόψη ότι η εφηβεία είναι μια ηλικία με πολλές δυσκολίες στην ανάπτυξη διαπροσωπικών σχέσεων. Η συμμετοχή ατόμων με την κατάλληλη γνώση και εμπειρία στο ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό βοηθάει στην ελάττωση των δυσκολιών της επικοινωνίας ιατρού-ασθενούς.25 Οι ειδικές υγειονομικές ανάγκες των εφήβων έχουν αναγνωριστεί από τις υπηρεσίες υγείας των Η.Π.Α. και την Αυστραλία από τη δεκαετία του 1980, ενώ σημαντικές προσπάθειες γίνονται και σε ορισμένες Ευρωπαϊκές χώρες (Σουηδία, Ιταλία, Πορτογαλία). Στις ΗΠΑ και την Αυστραλία λειτουργούν Κέντρα Εφηβικής ηλικίας, όπου παρέχεται ένα μεγάλο εύρος κλινικών υπηρεσιών υγείας και εφαρμόζονται προγράμματα ειδικά για εφήβους. Ακόμη, σε πολλά νοσοκομεία του Εξωτερικού λειτουργούν ειδικές μονάδες περίθαλψης εφήβων.26 Οι βασικές προϋποθέσεις ποιοτικής παροχής υπηρεσιών υγείας στην εφηβική ηλικία είναι οι παρακάτω:27

Εύκολη πρόσβαση του εφηβικού πληθυσμού στις υπηρεσίες (κατάλληλες ώρες λειτουργίας ιατρείων, χωρίς οικονομική επιβάρυνση)

Έμπειρο και κατάλληλα εκπαιδευμένο προσωπικό

Περιβάλλον φιλικό για τον έφηβο (adolescent friendly)

Συντονισμός των υπηρεσιών (παροχή όλων των υπηρεσιών στον ίδιο χώρο, περιορισμός παραπομπών, multidisciplinary setting)

Γ. ΓΙΑΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ Η ΙΚΑΝΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΓΚΩΝ ΤΗΣ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗΣ ΗΛΙΚΙΑΚΗΣ ΟΜΑΔΑΣ

Σύμφωνα με την 53η συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του Π.Ο.Υ. στη Βιέννη το 2003, η κατάσταση της υγείας των εφήβων στις Ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι ικανοποιητική. Αυτό έχει σημαντικό κοινωνικό και οικονομικό κόστος και απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό. Μια επένδυση στη βελτίωση της υγείας των νεαρών ατόμων αναστέλλει τις επιπλοκές του μέλλοντος και αποτελεί πραγματικό κέρδος για το σύνολο του πληθυσμού. Ο Π.Ο.Υ. προτρέπει όλες τις Ευρωπαϊκές χώρες να δώσουν προτεραιότητα στην υγεία της εφηβικής ηλικίας. 8 Στη χώρα μας οι έφηβοι αποτελούν το 11% του πληθυσμού (1.300.000 έφηβοι) και ο απόλυτος αριθμός τους συνεχώς παρουσιάζει διαχρονική μείωση (το 1982 οι έφηβοι αποτελούσαν το 14% του πληθυσμού).1 Όπως δε είναι γνωστό για τη χώρα μας, ο γηραιότερος πληθυσμός συνεχώς αυξάνεται και η γενιά των τωρινών εφήβων καλείται να τους στηρίξει οικονομικά στο μέλλον. Είναι λοιπόν σαφές πως η αφοσίωση και η προσφορά στους εφήβους είναι μία επένδυση – όχι ένα αδικαιολόγητο κόστος.8 Η καλή υγεία είναι προϋπόθεση για την ανάπτυξη και την πρόοδο μιας κοινωνίας και οι νέοι είναι το κεφάλαιό μας για το μέλλον. Οφείλουμε να φροντίσουμε για την εξασφάλιση της υγιούς και ομαλής ενηλικίωσης τους μέσω της γνώσης και της εφαρμογής των απαραίτητων προγραμμάτων πρόληψης και υγείας.

The fifty-third session of the Regional Committee for Europe of the World Health Organization (W.H.O.) placed adolescent health at the top of the European Region agenda. Health status of adolescents across Europe falls a long way short of achieving their full health potential. Although some advances have been made in some countries (Ιtaly, Portugal, Sweden), there is still much to be done. Adolescent Health and Prevention Services in Greece have not been systematically developed as yet. This paper summarizes the health problems and high risk behaviors of adolescents and reveals the reasons for a special commitment to adolescent health.

Key words : Adolescence, health indicators, health services.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Πετρίδου Ε. 1η Διάλεξη στο κατ’ επιλογήν μαθήμα «Εφηβιατρική»: Επιδημιολογία και εφηβική ηλικία : συγχρονικά προβλήματα και ρίζες της μελλοντικής νοσολογίας, Νοέμβριος 2004. The European health report 2002. Copenhagen,WHO Regional Office for Europe, 2002 (WHO Regional Office Publications, European Series, No.97). Νeinstein LS. Menstrual Problems in Adolescents. In : Farrow JA, Guest Editor. The Medical Clinics of North America 1990, Adolescent Medicine. Vol 74 (5) : 1181-1203. Brown R.T, Holland-Ηall C. Adolescents with chronic conditions. In : Holland-Ηall C, Brown R.T. Adolescent Medicine Secrets. Philadelphia.Hanley & Βelfus, Inc, 2002, 29-34. Κattamis C. Epidemiology of chronic diseases in adolescence in Mediterranean populations, Rivista Italiana di Medicina dell’ Adolescenza 2004, Vol 2 (1) : 48-52. Χρούσος Γ. Διάλεξη στο σεμινάριο της Παιδοψυχιατρικής Κλινικής του Πανεπιστημίου Αθηνών «Κλινικές προσεγγίσεις στην εφηβεία» με θέμα : Stress- αγχώδεις και ψυχοσωματικές διαταραχές, Φεβρουάριος 2005. The health of children and adolescents in WHO’s European Region Regional Committee for Europe, Fifty-third session, Vienna, 8-11September 2003. Τσιάντης Ι. Εισαγωγικά Σχόλια στο Ευρωπαϊκό Συμπόσιο. Στο : Τσιάντης Ι, Αναστασόπουλος Δ, Χαντζάρα Β, Λιακοπούλου Μ, Χριστανόπουλος Κ. Εφηβεία, Ένα μεταβατικό στάδιο σ’ένα μεταβαλλόμενο κόσμο. Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη 1994 : 13-20. Rickert VI, Jay SM, Gottlieb A.A. Adolescent Wellness : Facilitating Compliance in Social Morbidities. In : Farrow JA, Guest Editor. The Medical Clinics of North America 1990, Adolescent Medicine. Vol 74 (5) : 1135-1148. Stewart DC, Hofmann A.D. Infections of the Male and Female Reproductive Tracts. In : Hofmann A.D, Greydanus DE. Adolescent Medicine, 3rd ed Stamford, Connecticut, Appleton & Lounge 1997, 493-519. Creatsas G, Golemati R, Loutradis D, Chrisafi E, Psara Z, Epthymiou G, Deligeoroglou E. Chlamydia Trachomatis in the Urethra of Young Girls with or without symptomatology of vaginitis.3rd European Symposium on Pediatric and Adolescent Gynecology, Florence- Οctober 8-10, 1987. Diakomanolis E, Elsheikh A, Voulgaris Z, Rodolakis A, Vlachos G, Michalas S. Cervical intraepithilial neoplasia in the young female. Diagnosis and management. Eur J Gynaecol.Oncol 2001; 22(3): 236-7. Brown R.T, Holland-Ηall C. Sexually Transmitted Infections. In : Holland-Ηall C, Brown R.T. Adolescent Medicine Secrets. Philadelphia.Hanley & Βelfus, Inc, 2002, 191-205. Brown R.T, Holland-Ηall C. Adolescent Health Statistics. In : Holland-Ηall C, Brown R.T. Adolescent Medicine Secrets. Philadelphia.Hanley & Βelfus, Inc, 2002, 1-4. Deligeoroglou E, Christopoulos P, Creatsas G. Adolescent pregnancy and abortion rates in Greek Gynecological Clinics. Bulgarian Society of Obstetrics-Gynecology 2001, Vol 42 (2). Χιώτης Δ, Κρίκος Ξ, Τσίφτης Γ, Χατζησυμεών Μ, Μανιάτη-Χρηστίδη Μ, Δάκου-Βουτατάκη Α. Δείκτης μάζας σώματος (BMI) και ποσοστό παχυσαρκίας σε άτομα της ευρύτερης περιοχής Αθηνών, ηλικίας 0-18 ετών. Δελτίο Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών 2004, 51(2) : 139-154. Χρούσος Γ. Παιδική Παχυσαρκία στην Ελλάδα. Δελτίο Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών 2003, 36η Θεραπευτική Ενημέρωση, 50(3) : 225-234. Comerci D.C, Greydanus D.E. Eating Disorders : Anorexia Nervosa and Bulimia. In : Hofmann A.D, Greydanus DE. Adolescent Medicine, 3rd ed Stamford, Connecticut, Appleton & Lounge 1997, 683-702. Hofmann A.D. Adolescent Nutrition. In : Hofmann A.D, Greydanus DE. Adolescent Medicine, 3rd ed Stamford, Connecticut, Appleton & Lounge 1997, 639-662. National Center for Chronic Disease Prevention and Health Promotion (CDC) : Healthy Youth, Six Critical Health Behaviors. Τσουμάκας Κ, Τριανταφυλλίδου Α. Κάπνισμα : οι επιπτώσεις στην υγεία των παιδιών. Μέτρα πρόληψης. Δελτίο Α΄ Παιδιατρικής Κλινικής Πανεπιστημίου Αθηνών 2004, 51(4) : 359-367. Ξυπολυτά – Ζαχαριάδη Α. Ας μιλήσουμε στα παιδιά μας για το κάπνισμα, Μονογραφία,2003. Τhe 1999 Εuropean School Survey Project on Alcohol and Other Drugs Report (ΕSPAD),2000. Μαδιανός Μ. Ψυχική υγεία των εφήβων στο γενικό πληθυσμό. Στο : Τσιάντης Ι. Εφηβεία. Βασική Παιδοψυχιατρική. Αθήνα, Εκδόσεις Καστανιώτη 2002 : 217-239. Χρούσος Γ, Greydanus DE. Εφηβιατρική : Αναγκαιότητα και προοπτικές. Ιατρική 1981, 40 : 252-257. Who is responsible for Adolescent Health ? Τhe Lancet, 2004 Jun 19; 363 (9426) : 2009. Μαραγκός Γ. Η άσκηση της Εφηβικής Ιατρικής στην Ελλάδα. Στο έντυπο «Εφηβική Ιατρική» 1997. Τόμος 1 (6).